Τα παράθυρα όλα ανοιχτά, στο αμάξι. Στο δρόμο για το σπίτι.
Μια εκκωφαντική ηρεμία στους δρόμους.
Λες και η πόλη αφουγκράζεται τον καύσωνα και μπροστά του σιωπά.
Το αυτοκίνητο να τρέχει και ο καυτός αέρας να στεγνώνει τα μάτια μου. Να
καίει τα μάγουλα μου και να βαραίνει την αναπνοή μου.
Δυνάμωσα το ράδιο ακούγοντας αυτό το τραγούδι . . .
Τα πλήκτρα του πιάνου. Να χορεύουν με τη φωνή. Πότε σόλο, πότε μαζί.
Αρμονία.
Αυτή να αναζητάτε στην καθημερινότητα. Να σφίγγετε στις χούφτες σας τα
δάχτυλα που ξέρουν πώς να «αγγίξουν» μαγικά τις χορδές της καρδιάς σας για να
βγάλουν μελωδίες αρμονικές.
Ηρεμία.
Να είστε σε μέρη που οι παρουσίες των ανθρώπων τριγύρω σας γαληνεύουν την
ψυχή σας. Που μέσα στον θόρυβο και την παράνοια της πόλης ηρεμούν τη σκέψη σας.
Χαλιναγωγούν τους φόβους σας και τιθασεύουν τις αδυναμίες σας.
Παλμός.
Να «υπάρχετε» σε στιγμές που δίνουν τον επόμενο «χτύπο» της ζωής σας.
Ρυθμός.
Σας έκανε ποτέ κανείς να θέλετε να χορέψετε μαζί του? Ένα βήμα μπροστά. Ένα
δεξιά. Πίσω ένα. Και άλλο ένα.. Και άλλο. Και μετά αριστερά. Και πάλι από την
αρχή. Σε ένα αργεντίνικο τάνγκο. Με ρυθμό, παλμό, που τα σώματα σας θα αγγίζουν
το ένα τ’ άλλο αρμονικά και θα εμπνέουν μια ηρεμία και μια φλόγα παράλληλα, που
θέλει να κάψει τα πάντα στο πέρασμα της.
…
Και ενώ τα πλήκτρα του τραγουδιού «χόρευαν» στο ρυθμό, έκλεισα για μια
στιγμή τα βλέφαρα μου και μύρισα τη θάλασσα και την αλμύρα της και μετά γεύτηκα
το λευκό κρασί που πίναμε αφήνοντας τα μάτια μας να χαθούν στο άπειρο γαλάζιο
της.
…
Να στέκεστε μακριά από «δυσαρμονικές παραφωνίες» που γεμίζουν φάλτσα και
θόρυβο τα αυτιά σας.
Η μικρή ζωή μας θέλει σωστό ρυθμό, συνεχή παλμό, «ήρεμα λιμάνια», ρίσκο,
ενθουσιασμό και τρέλα. Από αυτή την τρέλα που δίνει τη σπίθα για να χορέψεις
στο ξαφνικό, να τραγουδήσεις δυνατά μια άγνωστη μελωδία, να δακρύσεις μπροστά
στο απροσδόκητο και να γελάσεις μπροστά στην «ευτυχία».
…
Δυνάμωσα το ράδιο, προσπάθησα να γεμίσω τα πνευμόνια μου αέρα, χτύπησα τα
δάχτυλα μου ρυθμικά πάνω στο τιμόνι, αναπόλησα πόσους άρρυθμους χορούς μπορεί
να είχα χορέψει ως τώρα, στη ζωή μου, μέχρι να μάθω τα σωστά βήματα, στον σωστό
ρυθμό, χαμογέλασα πονηρά και άφησα τη μελωδία να με παρασύρει..
Μου είπε «μη φοβάσαι,
εμπιστεύσου με», πέρασε τα χέρια του γύρω μου, με σήκωσε ψηλά και άρχισε να με
γυρνάει γρήγορα γύρω-γύρω… Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα..
Έχεις μπει ποτέ στο τρελό χταπόδι σε λούνα πάρκ για να καταλάβεις την
αίσθηση? Δένεσαι στη θέση σου, κρατάς σφιχτά τη μπάρα μπροστά σου για να είσαι
σίγουρος ότι δε θα φύγεις από το στροβίλισμα, αφήνεσαι και περιστρέφεσαι με
δύναμη μέχρι που νιώθεις ένα κενό στο στομάχι. Βλέπεις τα φώτα τα γυρνάνε
ιλιγγιωδώς καθώς κάνεις στροφές γύρω από τον εαυτό σου, ουρλιάζεις από την
αδρεναλίνη και γελάς.. Γελάς μέχρι που
τρέχουν δάκρια χαράς και ασύλληπτης τρέλας από τα μάτια σου..
Αυτό είναι για εμένα.
Μια έκρηξη αδρεναλίνης, ευτυχίας, επιθυμίας, έλξης, αναζήτησης. Τον κοιτάω στα
μάτια και ξέρω πως με κοιτάει και αυτός ρε φίλε. Μου χαμογελάει και γελάει όλο
μου το «είναι». Με κρατάει στην αγκαλιά του και πλημμυρίζει η καρδιά μου χαρά.
Και είναι αυτή η ανάσα του που γεμίζει την ψυχή μου ηρεμία. Είναι ο τρόπος που
πιάνει την κιθάρα και γρατζουνάνε τις χορδές τα δάχτυλα του λες και χορεύουν, που
με κάνει να ανατριχιάζω και να χαζεύω όπως τον ακούω να τραγουδάει, αραγμένος
στον καναπέ μου, ενώ εγώ τριγυρνάω δήθεν αδιάφορα από δωμάτιο σε δωμάτιο μέσα
στο σπίτι.
Τα απλά πράγματα μετράνε στη ζωή οΡεε.. Τα αβίαστα. Τα άκοπα. Αυτά που δε τα
πολυζορίζεις. Αυτά που δεν τους γαμάς τον έρωτα βρε παιδί μου. Νιώθεις γεμάτος,
απλά και μόνο γιατί είσαι δίπλα στον άλλον. Νιώθεις ηρεμία, «μυρίζοντας» την
αύρα του στον χώρο σου. Νιώθεις ευτυχία «αγγίζοντας» τις σπίθες ερωτισμού που «πετάνε»
τα σώματα σας όταν βρίσκονται μαζί.
Να μη φοβάστε να φτάνετε χαμηλά. Πολύ χαμηλά. Θα έρθουν άνθρωποι στη ζωή σας,
που δε θα σας σεβαστούν.Θα παίξουν με την «ανήλικη» καρδούλα σας, θα
περάσουν καλά με τα αισθήματα σας, θα σας κλείσουν εισιτήριο να σας πάνε στα «αστέρια»
και μόλις μπείτε στο συννεφάκι σας για το «στρωμένο με ροδοπέταλα» ταξιδάκι, θα σας δώσουν μια και θα σας προσγειώσουν
ανώμαλα και άγαρμπα στη γη, γεμίζοντας γδαρσίματα το απαλό σας δερματάκι και
δάκρια μεγάλα σα κορόμηλα τα μπιρμπιλωτά σας μάτια.
Και είναι αυτά τα συναισθηματικά δύσμορφα πλάσματα που ισοπεδώνοντας τα
πάντα μέσα σας, θα σας «ανοίξουν» τα μάτια για να δείτε τους ανθρώπους που
πραγματικά αξίζουν να στέκονται δίπλα σας στη ζωή. Αυτούς που αξίζουν κάθε
δευτερόλεπτο από το χρόνο σας. Που αξίζουν να τους πάρετε την πιο μεγάλη
αγκαλιά, να τους δώσετε τα πιο αγνά αισθήματα που ξεχνούσατε ότι μπορεί να
υπάρχουν και να «περπατάτε» πλάι-πλάι κρατώντας τους σφιχτά το χέρι για να μη σας
φύγουν.
Υπάρχουν άνθρωποι που κρατώντας σε από το χέρι θα σε τραβήξουν για να πέσεις.
Θα σε ρίξουν στις λάσπες και θα γελάνε χαιρέκακα από πάνω σου.
Και είναι και Αυτοί, που θα σε τραβήξουν να σηκωθείς, να σκουπίσεις τις λασπωμένες μούρες
σου, να χαμογελάσεις και να προχωρήσεις μαζί τους σφίγγοντας τους το χέρι. Θα
σε μάθουν να μη φοβάσαι, να πιστεύεις ξανά στο unbelievablemydear και θα «γαμήσουν» πανέμορφα κάθε κύτταρο του
μυαλού σου. Κάτι σαν «οδηγοί» στο άγνωστο μονοπάτι σου. Κάτι σαν «δάσκαλοι»
στην ζωή σου. «Δεματάκια χαράς και απρόσμενης ευτυχίας» για να μιλήσουμε και ως
μεγάλα παιδιά που είμαστε.
Και όπως με είχε ψηλά
και με στριφογυρνούσε στον αέρα κρατώντας με στα τιτανοτεράστια χέρια του κάνοντας
με να γελάω και τα τσιρίζω, με κατέβασε για μια στιγμή στο έδαφος. Σιγουρεύτηκε
ότι πατάω γερά κάτω, έπιασε με τις μεγάλες χούφτες του τα μάγουλα μου, με
κοίταξε στα μάτια και μου ψιθύρισε «μη φοβάσαι τίποτα, είμαι εγώ εδώ τώρα, ακούς?»….
Να ερωτεύεστε πολύ μα να αγαπάτε ακόμα περισσότερο οΡεε. Να ποθείτε τα λανθασμένα μα να επιθυμείτε και να παλεύετε για τα ιδανικά. Να
εγκαταλείπετε με το κεφάλι ψηλά, μέρη που «χάθηκαν άδοξα οι μάχες» και να
αναζητάτε «κρυμμένους παραδείσους» σε ζεστές τεράστιες αγκαλιές και βλέμματα
καυτά.
Η θάλασσα. Αυτή τα παίρνει όλα μακριά. Βγάζει τα κύματα της έξω στη στεριά,
βρέχει παιχνιδιάρικα τα πόδια σου και καταπίνει ότι θες να πετάξεις από πάνω
σου..
Απέραντη θάλασσα. Χάνεται το μάτι σου στον ορίζοντα. Πότε άγρια, πότε
ήρεμη, νομίζεις ότι κάνει παρέα στη διάθεση σου. Νομίζεις πως σου μιλάει.
Άλλοτε σε καθησυχάζει και άλλοτε σε μαλώνει.
Και χθες βράδυ ήταν ήρεμη. Τόσο ήρεμη και γαλήνια. Και όπως έσκαγαν τα
κύματα πάνω στα χαμηλά βράχια της προβλήτας που καθόμασταν και πίναμε ήρεμα το
κρασί μας, μου ψιθύρισε μια λέξη.
«Σε ευχαριστώ».
Αυτή τη λέξη ήθελα να σου πω, μα δεν την έβρισκα μέσα στις ανακατεμένες
σκέψεις μου τόσο καιρό που περίμενα μαλακισμένα να αλλάξεις ή είχα ανόητες
ελπίδες πως μπορεί να μετανιώσεις και να γυρίσεις...
«Σε ευχαριστώ». Σε ευχαριστώ τόσο πολύ που με έκανες να συνειδητοποιήσω ότι καλά κάνω και επιμένω για το τι θέλω και πως το θέλω. Σε ευχαριστώ που ήρθες για να μηδενίσεις το είναι μου,
τον εγωισμό και την αξιοπρέπεια μου και να μάθω να εκτιμάω ό,τι τελικά πραγματικά
αξίζει.
Γιατί δίνοντας την καρδιά μου σε κάτι ανάξιο, σε κάτι μικρό και λίγο,
μαθαίνω να εκτιμώ το αληθινό και το ουσιαστικό για το οποίο αξίζει να τα δώσω
όλα, ξεκινώντας πάλι από την αρχή, από το μηδέν. Από αυτό το μηδέν που με
έφτασες εσύ «μωρό μου».
«Σε ευχαριστώ» γιατί εξαιτίας σου βρήκα τη δύναμη να αλλάξω κεφάλαιο, να
κάψω όλες τις μαύρες σελίδες που μουτζούρωνα αποσβολωμένη τόσο καιρό που ξόδευα
δίπλα σου, να πάρω τους χρωματιστούς μου μαρκαδόρους και να ζωγραφίζω λουλούδια,
πεταλούδες, σύννεφα κάτασπρα και κόκκινους ήλιους .
____
Και είναι αυτή η αγκαλιά του, που μου είχε λείψει τόσο πολύ τελευταία. Αυτή
η αγκαλιά που μέσα της νιώθω τη ζεστασιά που δεν ήσουν ικανός να μου προσφέρεις
εσύ. Είναι τα μάτια του που λάμπουν από ενθουσιασμό όταν με κοιτάει και το χαζό
χαμόγελο που ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του όταν τον κοιτάω και εγώ στα μάτια.
Και είμαι και εγώ, που νιώθω τόσο χαρούμενη μαζί του, ρε. Γιατί ξέρει να διαβάζει
τις ανάγκες μου, ακούει τις ανησυχίες μου, θέλει να είναι δίπλα μου παρά τις ανασφάλειες
μου. Μα και αν κάτι δε καταφέρει θα είμαι σίγουρη γι’ αυτόν, πως τουλάχιστον
προσπάθησε.. Πως προσπαθήσαμε μαζί.
Και ξέρεις, αξίζει στη ζωή να αφιερώνεις χρόνο σε ανθρώπους αληθινούς. Με
ευαισθησίες. Που δε φοβούνται να γεμίσουν δάκρια τα μάτια τους, από φόβο, από
θλίψη, από ανησυχία. Που γελάνε δυνατά και «ας πάνε να γαμηθούνε οι τριγύρω που
κοιτάνε». Που φιλάνε παθιασμένα, σε σηκώνουν στον αέρα αγκαλιά και όταν
κοιμάσαι, περνάνε το χέρι τους γύρω σου και σε σφίγγουν να μη τους φύγεις μέσα
στη νύχτα.
Δίπλα σε Αυτόν, μπορώ να ονειρεύομαι, ναι. Να μην καταπιέζω το παιδί που
έχω μέσα μου. Να μη νιώθω κενή από μια παρουσία μισή και λίγη. Να γελάω δυνατά,
να περπατάω στραβά, να τραγουδάω παράφωνα, να νιώθω, να περιμένω, να πιστεύω
στο μαζί ρε. Σε αυτό το «μαζί» που για εσένα ήταν άγνωστη λέξη.
____
Περπατούσαμε αγκαλιά δίπλα στη θάλασσα, χαζογελούσαμε, πειράζαμε ο ένας τον
άλλον και ξαφνικά, δε ξέρω πως, σκουντούφλησα και έπεσα κάτω, φαρδιά πλατιά.
Πήγε να με σηκώσει μα τον σταμάτησα. Με κοίταξε χαζεμένα μόνο και τότε, αντί να
κλάψω, έβαλα τα γέλια. Και γέλασα τόσο δυνατά. Τόσο δυνατά. Με όλη την ψυχή και
όλο μου το είναι. Γιατί αυτός ο άνθρωπος μπορεί να είναι δίπλα μου γιατί το
θέλει, χωρίς να τον παρακαλώ, χωρίς να το απαιτώ, χωρίς να το ζητάω. Θέλει να
είναι δίπλα σε εμένα και τώρα ξέρω, πως θέλω και μπορώ να προσπαθήσω και εγώ. Και
αυτός ο Άνθρωπος όταν με δει να πέφτω, θα τρέξει να με σηκώσει.. Και θα είναι
εκεί για να ζωγραφίζει ηλίθια χαμόγελα στο πρόσωπο μου ακόμα και αν πονάω…
«Σε ευχαριστώ» γιατί φεύγοντας από δίπλα μου, μπορώ να είμαι πάλι εγώ, να μη χρειάζεται να στριμωχτώ σε
κουτάκια, να μη συμβιβάζομαι με τα λίγα, να μην υποκρίνομαι την χαρούμενη, να
μη κλαίω τα βράδια για το κενό που άφηνες τόσους μήνες με την παρουσία σου στην
ζωή μου. Δεν είναι αστείο να αφήσεις κενό με την παρουσία σου?! Δεν είναι
θλιβερό να προσφέρεις ανακούφιση με την απουσία σου?! (…)
___
Για εσάς που καταλαβαίνετε πως είναι να είστε κάπου που δεν ανήκετε … Να μη
φοβάστε το κενό που σας δημιουργούν κάποιοι δειλοί και φοβισμένοι άνθρωποι. Να
μη φοβάστε να γίνετε αδύναμοι για λίγο ή να λυγίσετε μπροστά σε αρρωστημένες
σχέσεις και καταστάσεις. Να μη τρέμετε την απουσία και την εγκατάλειψη από κενά
άτομα που ξέρουν εύκολα να φεύγουν και να αδειάζουν ανθρώπους γεμάτους σαν
εσάς.
Γιατί εσείς, όπως και εγώ, ακόμα και αν αδειάσατε, είστε ικανοί να γεμίσετε
ξανά. Να μηδενίσετε για να φτάσετε πάλι ψηλά. Γιατί εσείς είστε οι πιο δυνατοί.
Ενώ ένας κούφιος από αισθήματα άνθρωπος, ποτέ δε θα καταφέρει να νιώσει την
ευτυχία που θα νιώσετε εσείς. Ένα αδειανό άτομο θα είναι πάντα τέλειο στο να
αδειάζει αληθινούς ανθρώπους, αλλά δε θα καταφέρει ποτέ από την ανεπάρκεια του να
κρατήσει αυτούς τους συναισθηματικά πλούσιους, δίπλα του ή να μοιάσει έστω και λίγο σε εκείνους.
Ενώ αυτοί οι μισοί άνθρωποι ΤΙ? Ενώ αυτά τα κενά, απαθή και αδρανή άτομα,
ΤΙ ρε?? ΤΙ??
Να ξυπνάς τα πρωινά από το άρωμα του καφέ που σου έχει φτιάξει ο αγαπημένος
σου «βάτραχος» (κατά κόσμον το μαναράκι σου) για να σε ξυπνήσει γλυκά πριν πας
στη δουλειά.
Να μπορείς να απολαμβάνεις ένα πιάτο ζεστό φαγητό, φτιαγμένο από τη μάνα
σου. Καθισμένος στο τραπέζι του σπιτιού σου. Μακριά από κινητά που σε απειλούν
ότι θα χτυπήσουν και θα πρέπει να τρέξεις. Μακριά από λάπτοπ που καταπίνουν
τόνους δεδομένων και απορροφούν τη δημιουργική φαντασία σου. Που τα πλήκτρα τους
μαγνητίζουν από κάτω τους ψίχουλα από κουλούρια Θεσσαλονίκης και άλλα φαγιά που
τρως απορροφημένος σα χάνος από πάνω τους, ενώ παράλληλα φοβάσαι μη σου ξεφύγει
κανένα από τα bigdataτου αρχείου σου.
Ευτυχία είναι να αγαπάς έναν άνθρωπο χωρίς να περιμένεις από αντάλλαγμα να
σε αγαπήσει και αυτός. Αυτός να πάει να γαμηθεί στο κάτω κάτω ρε φίλε, άμα δε σ’
αγαπάει. Χαμένος εξάλλου δεν είναι αυτός που έδωσε και δεν πήρε, αλλά αυτός που
δεν ήξερε και δεν έμαθε ποτέ του να προσφέρει.
Να περπατάς στο δρόμο και να χορεύεις ακούγοντας το αγαπημένο σου τραγούδι
αδιαφορώντας για όλους τους μίζερους που μπορεί να περνάνε από δίπλα σου
κοιτώντας κάτω αν φύτρωσαν μαρούλια στην άσφαλτο της Αθήνας ή που ψελλίζουν
δήθεν σαλεμένα το κλισεδάκι που φοριέται τελευταία «όρε που πάει ο κόσμος». Όρε
που πας ΕΣΥ? ΕΣΥ ξέρεις που πας? Αναρωτήσου από πού ξεκίνησες και που θέλεις να
φτάσεις ΕΣΥ στη ζωούλα σου και πάνε μετά να δεις που θα πάει και αυτός ο
κόσμος..
Ευτυχία είναι να ξυπνάς και να ξέρεις ότι έχεις bonusάλλη μια ημέρα για να ζεις και να αναπνέεις, για να μπορείς να γελάσεις, να
κλάψεις, να νοσταλγήσεις, να σκεφτείς, να εκνευριστείς, να βρίσεις, να
θυμώσεις, να κουραστείς και να πας να κοιμηθείς, έχοντας βάλει ακόμα μια
κουκίδα στον ημητελή πίνακα της ζωής σου.
Να μπορείς να ζωγραφίζεις στους τοίχους συνθήματα αγάπης, να χαράζεις
καρδούλες σε δέντρα και παγκάκια και να μουτζουρώνεις αδιάφορα το μπλοκ σου,
ενώ ακούς στην tvγια financialcrisis και άλλα
κοινωνικοπολιτικοψυχολογικά προβλήματα.
Ευτυχία είναι να ανοίγεις το στόμα σου και αντί να πετάς βατράχια να λες
λέξεις όπως «θέλω, μπορώ, διεκδικώ, επιθυμώ, προσπαθώ, ονειρεύομαι, πεισμώνω,
κυνηγάω, αλλάζω, βελτιώνω, συγχωρώ, εξερευνώ κλπ κλπ κλπ».
Να σε φιλάει αυτός που θες και να ζεσταίνει την καρδιά σου, όταν έξω έχει
-10ο C. Να μην πνίγει κανείς κανέναν με τις αγκαλιές του. Να σε κοιτάει στα μάτια
και σου λέει όλα αυτά που ως χέστης και αντιδραστικός αρνείται να σου πει…
Και η μεγαλύτερη ευτυχία είναι να αναγνωρίζεις πως ακόμα και αν είσαι σε
ένα κοπάδι από πρόβατα, εσύ δεν είσαι άσπρο σαν όλα τα άλλα, που τους φωνάζουν «μπεεε»
και λένε «μπεεεεε». Εσύ είσαι ένα γκρι, μαύρο, μπορεί και μπιρμπιλωτό ακόμα,
άσχημο κατσαρόμαλλο πρόβατο που ξέρει ότι διαφέρει από τη μάζα και ΓΟΥΣΤΑΡΕΙ να
διαφέρει παρόλο που οι άλλοι το φωνάζουν «άσχημο» και προσπαθούν να το δώσουνε
στον κακό τον λύκο.
(…)
Να μη φοβάσαι τα παραμύθια. Εδώ ολόκληρη κοκκινοσκουφίτσα δε φοβήθηκε το
λύκο. Εξάλλου τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια μα και αν ήταν, όλα τα παραμύθια
τελειώνουν καλά και ζούνε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…
Να προσπαθείς να ζεις όχι απλά καλά. Να προσπαθείς να κυνηγάς το όνειρο να
ζήσεις καλύτερα, ακόμα και αν τα παπούτσια που πρέπει να φορέσεις είναι μεγαλύτερα
από το νούμερο που φοράς.
Δύο σοκολάτες, ένα Βερολινέζικο μπλουζάκι και μια φόρμα σου
παλιά, που σου είχα πάρει θυμάμαι με το «έτσι θέλω» είναι αυτά που μπορώ να
κρατήσω για να σε θυμάμαι..
Θα τα βάλω μέσα σε ένα μικρό βαλιτσάκι, όπως μικρό ήταν και το
διάστημα που πέρασα μαζί σου. Και θα τα κρύψω κάπου ψηλά στην μεγάλη μου
ντουλάπα, για να μη τα φτάνω. Για να μη φοβάμαι μήπως τα δω και θυμηθώ εσένα.
Θυμάσαι που με ρωτούσες γιατί δε τρώω αυτή τη μεγάλη σοκολάτα
που μου χες φέρει από τα εξωτερικά??... Σου απαντάω λοιπόν τώρα, λιγάκι
καθυστερημένα, πως την κράτησα για να μπορώ να την κοιτάω και να σιγουρεύομαι
ότι «πέρασες» από εδώ, όταν η μνήμη μου
θα έχει ξεθωριάσει τις λίγες αναμνήσεις μου.
Ένας πολύ όμορφος άνθρωπος μου έστειλε προχθές ένα ποίημα του Λουντέμη
, «να μάθεις να φεύγεις», που μεταξύ όλων των στίχων τώρα θα θελα να σου γράψω αυτούς..
«…Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε… Μην
πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει. Η καρδιά
χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει..»
Γιατί μάλλον θα πρέπει να αποδεχτώ
πως ο χρόνος μας τελείωσε. Και πως η «αγάπη» αυτή η λίγη μας τελείωσε και αυτή.
Γιατί όταν αγαπάς και θες, δεν υπάρχει το «δε μπορώ…». Δε μπορώ σήμερα, ίσως
μπορώ αύριο, ίσως μεθαύριο? Ξέρεις, δεν υπάρχει τίποτα παραπάνω από το τώρα
μωρό μου.. Και εγώ να μένω εδώ, να περιμένω... Ξέρεις, οι στιγμές που περνάνε, χάνονται και δε μπορείς να κάνεις
τίποτα για να τις φέρεις πίσω.. Εγώ το ξέρω. Το κατάλαβα αργά μα προσπάθησα έστω
και αν συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος στην κλεψύδρα μου τελειώνει..
Και θα βάλω μέσα στο βαλιτσάκι και
αυτή την «αγκαλιά» που είχα τόση ανάγκη να σου κάνω, αλλά για σένα δεν υπήρχε
ούτε ένα τέταρτο χρόνος κενός, στο σήμερα.. (Για το αύριο ποιος ξέρει?)..
«Έλα «αγκαλιά» μου, δώσε μου τα χέρια σου, να σε διπλώσω μη μου τσαλακωθείς και
να χωράς στο μικρό μου βαλιτσάκι..»
Και πριν κλείσω τη βαλίτσα, θα
σκορπίσω πάνω της τα φιλιά που ήθελα τόσο να σου δώσω.. Και τις καρδούλες που
σου ζωγράφιζα.. Αυτές που σου έστελνα σε μηνύματα τα πρωινά στη δουλειά και
αυτές που σου έκανα σε χαρτάκια που κολλούσα κρυφά μέσα στο σπίτι σου.
Και θα πάρω μαζί και όλον αυτό τον
ξενέρωτο ρομαντισμό μου που σου προκαλούσε εκνευρισμό και θα τα κρύψω όλα αυτά,
στο υπόσχομαι.. Για να μη σε φέρω ξανά σε δύσκολη θέση. Για να μην απαιτήσω
ξανά λιγάκι από το χρόνο σου και λίγο χώρο μέσα στην καρδιά σου.
…
So close your eyes, and think of someone you physically admire and let
me kiss you…
Ένα βράδυ στο Κολωνάκι, βρήκα ένα κουτάβι σχεδόν ακόμα, χτυπημένο σοβαρά, πεταμένο στην άκρη ενός πεζοδρομίου. Το πήρα χωρίς δεύτερη σκέψη, το φρόντισα,
το πήγα στον κτηνίατρο και ήμουν τόσο χαρούμενη όταν ξεπέρασε τον κίνδυνο και
έγινε επιτέλους καλά.. Μόνο που αντί για τέσσερα πόδια όπως όλα τα άλλα σκυλιά,
αυτό θα είχε τρία και ένα κουτσό…Και θα κουβαλούσε μαζί μια φοβισμένη και τραυματισμένη ψυχή για πάντα...
Ο πρώτος καιρός που περάσαμε μαζί ήταν δύσκολος.. Δε θα ξεχάσω τα
βράδια που κοιμόταν δίπλα στο κρεβάτι μου και με ξυπνούσε κλαψουρίζοντας μέσα
στη νύχτα. Και με άφηνε άυπνη πολλές φορές, να πηγαίνω στη δουλειά, κάνοντας με
να γκρινιάζω «φαντάσου Νινάκι, να είχες και μωρό να μεγαλώσεις! Δεν είσαι εσύ
για τέτοιααα!»
Έμαθα να του δίνω την αγάπη μου και αναγνώρισα με τον καιρό πως με
αγάπησε και αυτό. Ήταν επιλογή μου να αγαπήσω ένα σκυλί διαφορετικό από όλα τα
άλλα.
Ήταν επιλογή μου γνωρίζοντας τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετώπιζα
μαζί του, να κάτσουμε μαζί παρέα!
Και αν καμιά φορά του έλεγα «Τρέξε Πάρη, πιάσε την μπάλα!» και αυτό παραπατούσε
και μπουρδουκλωνόταν πάνω στην αδυναμία του να τρέξει όπως όλα τα άλλα σκυλιά,
γελούσα, άνοιγα τα χέρια μου και του έλεγα «έλα εδώ βρε κουτό, έλα για αγκαλιά
και πάρε μια λιχουδιά, γιατί το αξίζεις!»
(…)
Οι αληθινές ανθρώπινες σχέσεις χτίζονται πάνω στην επιλογή μας να μείνουμε με κάτι μου μοιάζει αδύνατο εκ
πρώτης όψεως, και στη δύναμη της
ψυχής μας να στηρίξουμε και να πιστέψουμε στο διαφορετικό που μπορεί
αρχικά να μας τρομάζει.
Οι αληθινοί άνθρωποι ξέρουν να
κοιτάνε πίσω από το χαμόγελο των δήθεν ευτυχισμένων και καλοβολεμένων διπλανών τους,
βαθιά μέσα στα μάτια αυτών που «πονάνε» μα γελάνε για να μην καταλάβεις ΕΣΥ
τίποτα.
Και οι αληθινοί άνθρωποι ξέρουν
να συγχωρούν τα λάθη των άλλων και να «δουλεύουν» τα δικά τους τρωτά σημεία.
(…)
Δεν ήταν επιλογή του «Πάρη» να τον πετάξουν σε ένα πεζοδρόμιο,
χτυπημένο. Δεν ήταν επιλογή του να του «τραυματίσουν» ούτε την ψυχή του.
(…)
Πως μπορείς να απορρίψεις ένα
πλάσμα ή έναν άνθρωπο για τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες που κουβαλάει άθελα του? Πως μπορείς να
αγαπάς επιλεκτικά, κατά πως σε βολεύει? Πως μπορείς να τα παρατάς έτσι εύκολα
και να φεύγεις, στρέφοντας το κεφάλι από την άλλη μεριά?
Όταν θες να δώσεις την αγάπη σου,
το ενδιαφέρον σου και τη στοργή σου, απλά και μόνο γιατί μέσα από τη δοτικότητα
σου ολοκληρώνεσαι και εσύ ως άνθρωπος, αυτή η αγάπη δε χωράει αναβολές, δε
σηκώνει εγωισμούς, δε περιμένει να περάσει κανένας χρόνος..
(…)
Και έμεινα εδώ…
Όπως λέει και το τραγούδι…
Και όπως θα μένω πάντα "εδώ", για όσα πιστεύω ότι αξίζουν, να προσπαθώ, να δυσκολεύομαι,
να ξεπερνάω και να στηρίζω τα ακατόρθωτα, γιατί ίσως πίσω από αυτά κρύβονται τα
πιο μεγάλα όνειρα…
Κυριακή, 7 Αυγούστου 2017 – Μία και κάτι το μεσημέρι… Κάτω
από ένα ψωριασμένο κοκο-φοίνικα να μας κάνει σκιά και εμείς να χαζεύουμε τη
θάλασσα. Και κάπου εκεί, ενώ εσύ μου έλεγες για την καινούργια μηχανή που θες
να πάρεις, προσγειώθηκε μπροστά μου το ροζ μου συννεφάκι, ανέβηκα πάνω του και
άρχισα να ταξιδεύω στις δικές μου σκέψεις…
…«Εσύ θέλεις η σχέση σου να
καλύπτει τα κενά σου και εγώ θέλω η σχέση μου να μη μου αφήνει κενά»…
Δύο άνθρωποι που θέλουν ο ένας τον
άλλον. Που προσπαθούν αληθινά, για να συνυπάρξουν έστω και για αυτό το γαμημένο
«λίγο» «μαζί». Που χαζεύουν την ίδια θάλασσα, από διαφορετική όμως, οπτική
γωνία.
Πόσο δύσκολο είναι να θες κάποιον
και να μη μπορείς να του το πεις?
Πόσο δύσκολο είναι να προσπαθείς
να διεκδικήσεις το χρόνο του άλλου, όταν ο χρόνος του δεν είναι ελεύθερος μόνο
για εσένα?
Θέλω να σου φωνάξω «σε θέλω» και
δεν μπορώ. Θέλω να σου πω «σε γουστάρω τόσο τρελά ρε γαμώτο» αλλά κάτι μέσα μου με κάνει να μην έχω φωνή..
Θέλω να σου πω ακόμα πως.. Να, τόσο δα, λιγάκι, μπορεί να σ’αγαπώ γιατί είναι
αυτό το χαμόγελο σου που με κάνει να χαίρομαι, τα μάτια σου που ποτέ δε
καταφέρνω να συναντήσω, η αύρα σου όταν κάθεσαι αδιάφορα δίπλα μου, η
ανεξαρτησία σου που σε κάνει να «πετάς» και τίποτα να μη μπορεί να σε πιάσει..
Και ενώ κάθε φορά είμαι τόσο
κοντά να σου πω όλα αυτά τα γλυκανάλατα που απεχθάνεσαι, τελικά δεν τα
καταφέρνω.. Γιατί δε πιστεύεις στα λόγια, δε σου αρέσουν τα «φρου-φρου» και τα «αρώματα»
και είναι αυτός ο ρεαλισμός σου που με ισοπεδώνει και δε μπορώ να σου ανοιχτώ.
Κοιτώντας την ίδια θάλασσα, με
διαφορετικά μάτια, ο ένας μπορεί να «κολυμπάει» και ο άλλος μπορεί να «πνίγεται».
Και όταν υπάρχει απόσταση στα «θέλω» δύο ανθρώπων και στον τρόπο που εκδηλώνονται,
πόσο αυτό μπορεί να αντέξει και να μη φθαρεί?
Σε κρατάω σφιχτά για να σε
χορτάσω και ξέρω πως σε λίγο δε θα είμαστε μαζί.. Όπως κρατάει ένα μικρό παιδί το
πορσελάνινο βάζο της μαμάς του σφιχτά στα χέρια του για να μη γλιστρήσει του πέσει κάτω και σπάσει αλλά κατά λάθος το σπάει στα χέρια του από τη δύναμη του..»
Γιατί η δύναμη και η δυναμικότητα
μας κάποιες φορές είναι τόσο έντονη που αντί να προστατεύει, καταστρέφει. Αντί να σε κάνει να νιώθεις «χορτασμένος», αφήνει ένα μεγάλο «κενό» μέσα σου. Αντί να σε κάνει
άνθρωπο δοτικό, σε κάνει εγωιστή και εγωκεντρικό.
Θέλω και εγώ να «πετάω» ελεύθερη
και τίποτα να μη μου αφήνει αυτό το ανικανοποίητο κενό μέσα μου.. Θέλω να μπορώ
να σε θέλω και να στο λέω, να μπορώ να είμαι δίπλα σου όποτε και για όσοθέλω και
εγώ.. Θέλω να νιώθεις όσα νιώθω και εγώ μα να, βλέπεις? Γίνομαι εγωίστρια και
αυτό είναι που μισώ περισσότερο. Γιατί σημασία έχει οι σχέσεις μας να μας ολοκληρώνουν
και όχι να μας αφήνουν μισούς και εγωιστές….
(…)
«Έλα, που χαζεύεις, σήκω, πάμε…» ,
μου είπες.
Και σηκώθηκα δήθεν χορτασμένα, να φύγουμε. Μα ήθελα και άλλο.
Αλλά δε στο πα. Όχι. Και ούτε θα στο ξαναπώ. Γιατί θέλουμε να χαζεύουμε την
ίδια θάλασσα δίπλα-δίπλα, «Μάνο» μου, αλλά με τόσο διαφορετικό τρόπο. Και δεν
μπορώ παρά να σε αφήσω να «κολυμπάς» μέχρι να έρθει ένα μεγάλο κύμα και να «πνίξει»
όλα μου τα «εγωιστικά θέλω» για πάντα...
"So in a manner of speaking I just want to say, that like you I should find a way to tell you everything by saying nothing..."