Σε ένα κόσμο που τίποτα δε
χαρίζεται, εγώ δεν σου ζητάω τίποτα. Θέλω μόνο την Ελευθερία μου... και αυτές
τις μικρές στιγμές Ευτυχίας που ζωγραφίζουν ένα γλυκό «ηλίθιο» χαμόγελο στο πρόσωπο μου... !
Να πάνε στο διάολο οι μεγάλοι
έρωτες με τα σημάδια τους. Να πάνε στο διάολο και οι καψούρες και οι τρελές οι
επιθυμίες και μαζί τους και οι τρέλες που κάναμε για να κερδίσουμε ένα φιλί,
μια αγκαλιά, ένα χάδι.
Αξίζει να μένετε δίπλα σε αυτούς που
αν και δεν έπιασαν ποτέ μπογιές, πινέλα ή μαρκαδόρους στα χέρια τους, ξέρουν
να ζωγραφίζουν αυτό το «ηλίθιο» χαμόγελο στο πρόσωπο σας.
Να φεύγετε μακριά από αυτούς που σας
ραγίζουν τη γυάλινη καρδιά σας αντί να είναι οι πρίγκιπες που θα σας φέρουν το
γυάλινο γοβάκι που αφήσατε τρέχοντας να κατέβετε τις σκάλες..
Σε ένα κόσμο που τίποτα δε χαρίζεται,
εγώ δεν σου ζητάω τίποτα. Τίποτα που δεν είσαι σε θέση να δώσεις.
Θέλω μόνο την
Ελευθερία μου. Για να γελάω με την ψυχή μου όταν είμαι «δίπλα σου» και να σε
αγαπάω με όλη μου την καρδιά γιατί ζωγραφίζεις χαμόγελα στο πρόσωπο μου..
Σε ένα κόσμο
που τίποτα δε χαρίζεται, μη χαρίσεις τη ψυχή σου σε ανθρώπους που δε τη βλέπουν
μέσα στα μάτια σου.
Σε ένα κόσμο
που τίποτα δε χαρίζεται, να μη ζητάς ότι δε μπορούν να σου προσφέρουν. Γιατί
όσοι δεν ξέρουν να φερθούν, ποτέ δε θα μάθουν και όσοι δε ξέρουν να αγαπάνε
ποτέ δε θα σε αγαπήσουν.
Στον κόρακα να
πάνε όλες οι προσπάθειες που οδηγούν σε αδιέξοδο..
Όσο για εσάς
που θέλετε αυτό το «ηλίθιο» χαμόγελο στο πρόσωπο σας… «Στη Μόσχα αδερφές μου…
Στη Μόσχα..»
Μα ακόμα πιο δύσκολο είναι να
πάρεις την απόφαση να φύγεις.
Μιλούσα με τη Νάταλι σε ένα
διάλειμμα από τη δουλειά..
-«Έχεις πολύ υπομονή από ότι
φαίνεται.. Ε;» Με ρώτησε, κάπως ρητορικά.
-«Ναι.. Έχω. Μέχρι να αποφασίσω να φύγω αφού κάτι τελείωσε οριστικά, αφού προσπάθησα όσο
μπορούσα και αφού πλέον τίποτα δε μπορώ να αλλάξω…»
-«Να φύγεις μακριά κορίτσι μου…
Να φύγεις….»
Δύσκολο να μένεις σε κάτι(**) που
δεν σου ανήκει.
Μα ακόμα πιο δύσκολο να
συνειδητοποιείς ότι ποτέ δε σου άνηκε. Ότι δεν υπήρξε ούτε για λίγο, αυτό το «κάτι», μόνο δικό σου.
Δύσκολο να μένεις σε κάτι που «μοιράζεσαι». Σε κάτι που σήμερα το έχεις εσύ, αύριο κάποια
άλλη. «Ρούχα» δανεικά φίλε μου.
Και εγώ αυτά τα ρούχα δε τα φοράω.
Δε μου ταιριάζουνε. Με κάνουν «άσχημη», «χοντρή», φαίνομαι «ξεπεσμένη» και
κάπως «παραμελημένη».
Και ξέρεις, είναι τα «ρούχα» της ψυχής
που ντύνουν τους ανθρώπους. Αυτά τους κάνουν να χαμογελάνε και να ομορφαίνουν
τον κόσμο μέσα τους και γύρω τους και αυτά σε κάνουν να φαίνεσαι στριφνός και «ανολοκλήρωτος»,
γκριζάροντας τις μέρες της ζωής σου.
Εκεί ήταν που θυμήθηκα την
τσιριχτή φωνή της μαθηματικού μας στο γυμνάσιο…
«Βγάλτε μια κόλλα πρόχειρο χαρτί και λύστε το πρόβλημα… Έστω τυχαία μεταβλητή «Χ»……..»
…Και συμπληρώνω εγώ μετά από
χρόνια, προσπαθώντας να λύσω το πρόβλημα….. Όπου μεταβλητή «Χ» βάλτε αυτό το «κάπου»
(*) ή αυτό το «κάτι (**). Και μιλώντας για μεταβλητή, αναφερόμαστε σε ένα πρόσωπο,
μια κατάσταση, ένα μέρος.
Για να έχεις έστω και μια πιθανότητα να βρεις αυτή την τυχαία
μεταβλητή «Χ» που θα σε κάνει να πάρεις «άριστα» στο απρόοπτο «τεστάκι» της κατά
τα άλλα ήσυχης ζωής σου, θα πρέπει να
μένεις σε αυτό το «κάτι» που πραγματικά μπορείς να ανήκεις 100%. Να μένεις
σε «κάτι» που σε κάνει να χαμογελάς.
Σε κάτι που σε γεμίζει. Σε ολοκληρώνει και σε εξελίσσει.
Όλες οι κατά τα άλλα μέτριες
καταστάσεις στις οποίες κατά καιρούς μπλέκουμε τα «μπούτια» μας…. είναι απλά «σκουπιδάκια» στα μάτια μας μωρό
μου…
Απλά «σκουπιδάκια» στα μάτια μας,
μωρό μου…
See I clearly do notfit
In the plans that you've been makin'
...
Oh I don't fit in there at all
...
CinqueTerre. (Στα ελληνικά "πέντε κομμάτια
γης" η πιο απλά τα πέντε πολύ γνωστά "νησάκια" της Ιταλικής Ριβιέρας)."Νήσος" Manarola. Italia.
Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017.
Περπατώντας στο μονοπάτι που οδηγούσε από το ένα
πολύχρωμο κομμάτι γης στο άλλο, αριστερά μας κάγκελα που χώριζαν το μονοπάτι από τα γκρέμια, γεμάτα λουκέτα. Μας σταμάτησε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι χαρούμενων
Ιταλών, γύρω στα 70 και μας ζήτησε να τους φωτογραφίσουμε. Η όμορφη γιαγιά
έκατσε κάτω με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά, παραβλέποντας τα αρθριτικά που τη
δυσκόλευαν να λυγίσει τα πόδια της και ύστερα ο "Καζανόβας" όλο
γοητεία παππούς δίπλα της, κρατώντας της το χέρι πόζαρε στο φακό με ένα
χαμόγελο όλο ζωντάνια και brio.
Με το ένα χέρι κρατούσε ο ένας τον άλλο και με το άλλο
χέρι κρατούσαν Ένα κατακόκκινο μεγάλο λουκέτο και χαμογελούσαν.
Λουκέτα αγάπης. Μιας αγάπης που κρατούσε 45 χρόνια όπως
μας είπαν μετά τη γλυκιά "φωτογράφιση". Στα 25 τους είχαν έρθει
εκδρομή τότε ως ζευγάρι και έβαλαν αυτό το λουκέτο Εκεί, να συμβολίζει τον έρωτα
τους, με την ελπίδα ότι μετά από χρόνια θα μπορούσαν ΜΑΖΊ να επιστρέψουν
αναζητώντας το!!
Και το λουκέτο ήταν εκεί, με χαραγμένα πάνω τα αρχικά
τους, κάπως σκουριασμένο αλλά ΕΚΕΊ, όπως εκεί ήταν και αυτοί μαζί, αγαπημένοι και
ενωμένοι μετά από τόσα χρόνια κοινής ζωής. Μιας ζωής που σίγουρα θα είχε
Ευτυχισμένες μα και δύσκολες στιγμές.. Τίποτα όμως δεν τους χώρισε, αντιθέτως η
δύναμη της αγάπης τους, ξεπέρασε τα γεράματα και τα αρθριτικά και τους έφερε
στο μέρος που είχαν αφήσει κάτι ως νέοι.
Φεύγοντας, ο γλυκός παππούς μας έκλεισε το μάτι και μας
ευχήθηκε "να βρούμε τον άνθρωπο που μαζί του, ένα λουκέτο αγάπης θα
μπορούσε να μείνει για πάντα κλειδωμένο"...
Για μένα, αυτή η μικρή συνομιλία ήταν ότι πιο δυνατό
συναισθηματικά θα Θέλα να κρατήσω από αυτό το ταξίδι.
Εύχομαι να υπάρχουν γύρω μας και γύρω σας άνθρωποι που θα
σταθούν ικανοί να σφραγίσουν μαζί σας ένα λουκέτο παντοτινής αγάπης.
Και για να γίνω λίγο γραφική, εκτός από ξενέρωτα
ρομαντική...
Θυμάμαι από μικρή, πως όταν δε μπορούσα να αντιμετωπίσω κάτι, έτρεχα, έφευγα μακριά, προσπαθώντας να ξεφύγω, προσπαθώντας να ξεχάσω, να μη θυμάμαι, να μην ακούω, να μη βλέπω..
Μεγάλη πια, συνειδητοποιώ πως καθόλου δεν άλλαξα..
Γέμισα μια βαλίτσα με ρούχα, σκέφτομαι όσα αφήνω έξω από αυτή, μα δε θέλω να τα πάρω μαζί μου. Ό,τι αναμνήσεις, ό,τι φωτογραφίες, όσα λόγια, όσες στιγμές, όσα αισθήματα, όσες ώρες, μέρες, γεύσεις, αρώματα, αισθήματα πρόλαβα να κρατήσω από εσένα.
Ξέχασα κλείνοντας το τηλέφωνο, να σου πω πόσο φοβάμαι, φοβάμαι, πως μια μέρα θα ξεχάσω το πόσο σε θέλησα..
Πως είναι να ξέρεις πως κάνεις κάτι για τελευταία φορά? Όταν γνωρίζουμε εκ των προτέρων πως αυτό που ζούμε θα είναι για τελευταία φορά, μήπως τελικά το ζούμε με μεγαλύτερη ένταση, με μεγαλύτερο πάθος, με όλο μας το «είναι», με όλη τη ψυχή και τη καρδιά μας?
Ξέχασα κλείνοντας το τηλέφωνο, να σου πω πως ήταν η τελευταία φορά που σε ακούω.
Ξέχασα να σου πω πως επέλεξα να σε βγάλω από το μυαλό μου, αφού εξάλλου είχες ξεχάσει να μου πεις πως εγώ δεν υπήρξα ποτέ στο δικό σου..
Δε μου αρκούν οι μισοί άνθρωποι, οι μισές καρδιές, τα μισά λόγια, οι πράξεις οι μισερές. Ίσως τελικά ναι, να είμαι εγωίστρια αρκετά. Δε φταίω εγώ μωρό μου, η αγάπη ξέρεις, είναι κάποιες φορές εγωιστική, πολύ..
Ξέχασα να σου πω ακόμα, πως μισώ να μετανιώνω για όσα ζω.. Αλλά φοβάμαι πως κάτι μετάνιωσα για εσένα. Μετάνιωσα που έδωσα «εμένα» σε κάποιον που δεν ήξερε καν να με εκτιμά. Μετάνιωσα για τα λεπτά, τις ώρες, τις μέρες, που περίμενα να αλλάξεις. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν οΡεε.. Εκτός και αν πάθουν κανένα νΤουΒρουΤΖα και μεταλλαχθούν για λίγο. (χα..χα - εδώ γελάμε σαρκαστικά λίγο!) Το πόσο θα κρατήσει βέβαια αυτό το λίγο, ποιος το ξέρει?
Ξέχασα τέλος, να σου πω πως με πήραν για «χομπίστρια» στα εξωτερικά, τα εξωτικά και τα τροπικά μέρη που μοιάζουν με τα δικά μας, μα σε τίποτα δε θα θυμίζουν το «εδώ», αυτό το «εδώ» που έζησα μαζί σου.
Μαζί «σου»… αυτό το «σου» μη το πάρεις προσωπικά, αφού εσύ δεν είσαι ένα πρόσωπο αλλά όλες οι καταστάσεις που μπορεί να ξεχειλίσουν ένα ποτήρι. Ένα ποτήρι που δειψάει να ζήσει γεμάτο από έντονη τρέλα, πάθος, σωστά και λάθη, μα απεχθάνεται να το γεμίζουν με «βρωμιές», ψεύτικα λόγια, ψεύτικες πράξεις, φαμφάρες και αηδίες βεβαίως - βεβαίως..
Καλή χρονιά μωρό «μου»… Ελπίζω κάποτε να σταθείς ικανός να βρεις αυτά που ως τώρα σου ήταν αδύνατο να στηρίξεις..
Τα φιλιά μου.. Τις ξενέρωτες και αδιάφορες φιλούρες μου μωρό «μου», από αυτές που σε έκαναν τα τρελαίνεσαι και να θυμώνεις μαζί!
«Ξέρεις τι χαίρομαι σε εσένα? Που τολμάς να ρισκάρεις. Που δε
ντρέπεσαι να τσαλακωθείς. Και διεκδικείς ότι θέλεις…»
Αυτό μου είπε και γέμιζαν τα μάτια της με την επιθυμία να
μπορούσε να αφήσει στην άκρη τα «δεν πρέπει», τα «μη», τα «φοβάμαι», τα «ίσως»..
Μου ζήτησε να γράψω κάτι για όσα θέλουμε αλλά δεν βρίσκουμε
ποτέ το θάρρος να διεκδικήσουμε. Και είναι αυτά που θέλουμε, μα δε διεκδικούμε,
τόσα πολλά.. Μα ακόμα περισσότεροι είναι όσοι δε διεκδικούν τα «θέλω» τους. Όσοι
τα πνίγουν μέσα τους, όσοι κλείνουν το στόμα στη φωνή της καρδιάς τους και
επιλέγουν να ζήσουν μια ήρεμη και σταθερή καθημερινότητα, από μια ζωή γεμάτη
έντονα συναισθήματα, διαβαθμίσεις, με τα «πάνω» και τα «κάτω» της βρε παιδί
μου.
Μου αρέσει να «κυνηγάω» όσα θέλω. Ναι, να τα κυνηγάω, και ας φοβάμαι
μη μου φύγουν ξαφνικά από τα χέρια..
Μου αρέσει να κάνω τρέλες για τους ανθρώπους που γουστάρω να
έχω στη ζωή μου.
Μου αρέσει να σου δείχνω με πράξεις πόσο σε θέλω, μου αρέσει
να αγαπάω πολύ, να ερωτεύομαι κεραυνοβόλα, να πονάω όταν χωρίζω, να πέφτω στα
πατώματα βρε παιδί μου, να σηκώνομαι και να συνεχίζω…
Δε σκέφτομαι αν πρέπει να σε πάρω τηλέφωνο, αν βαρυστομαχιάσεις
επειδή θα σου πω πόσο σε θέλω, αν ξυνίσεις επειδή δε θέλω να σε δω και προτιμώ
τη βολή του καναπέ μου ένα Σάββατο βράδυ. Αντιθέτως απεχθάνομαι τις χλιαρές
καταστάσεις, τους συμβιβασμούς και την παθητικότητα.
Σκέφτομαι μόνο πόσοι υπάρχουν γύρω μου που θέλουν να φωνάξουν
ότι «θέλουν», ότι «γουστάρουν», ότι «πονάνε», ότι «υποφέρουν» δίπλα ή μακριά από
κάποιον αλλά ποτέ δε βρήκαν το θάρρος να το κάνουν. Γιατί φοβήθηκαν μια
απάντηση που μπορεί να τους απογοήτευε. Γιατί φοβήθηκαν μη «φάνε τα μούτρα τους»
με μια απόρριψη. Μη φανούν ανόητοι και εκθέσουν τα αισθήματα τους.
Και αν κατάφερνες όσα θα ήθελες να έχεις, διεκδικώντας τα? Αν
η ζωή σου ήταν γεμάτη έντονες στιγμές, πάθος, έρωτα και τρέλα έχοντας πει σε
αυτόν που πραγματικά ήθελες την αλήθεια?
‘Ήθελε να του πει πόσο ερωτευμένη ήταν μαζί του. Αλλά δε του
το είπε ποτέ.. Τον είδε μετά από χρόνια στο δρόμο τυχαία. Και της «κόπηκαν» τα
πόδια. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει και χτύπαγε τόσο δυνατά… Ήταν σα να μη
πέρασε μια μέρα από την τελευταία φορά που τον είχε συναντήσει. Ήταν όλα της τα
αισθήματα εκεί, μέσα της, βγήκαν χωρίς να τη ρωτήσουν και της φώναζαν «διεκδίκησε
τον τώρα, καλύτερα αργά παρά ποτέ»..
(…)
Διεκδίκησε τον Χριστινάκι, γιατί είναι ο έρωτας της ζωής σου, γιατί ξέρεις πως μόνο αυτός σε έκανε να νιώσεις έτσι και κανένας ούτε
πριν ούτε μετά από αυτόν δεν έκανε την καρδιά σου να χτυπάει τόσο δυνατά όσο αυτός.
Διεκδίκησε τον γιατί «καλύτερα αργά παρά ποτέ». Γιατί ακόμα
και αν δεν έρθουν τα πράγματα όπως τα ονειρευόσουν, τουλάχιστον θα ξέρεις ότι
προσπάθησες.
Η αλήθεια είναι ότι
δεν έπαψες ποτέ να τον θες.
Και το θάρρος
είναι να αναμετρηθείς με τα αισθήματα που κρατάς μέσα σου.
Θάρρος ή αλήθεια
λοιπόν?
Εγώ θα διάλεγα το θάρρος. Η αλήθεια εξάλλου υπάρχει και ας προσπαθούμε
κάποιες φορές να την αγνοήσουμε…. Καλά Χριστούγεννα!!!
Όταν γνώρισα τον «Χ», αυτό που με τράβηξε σε εκείνον ήταν η αύρα του..
Συνδυασμός αλητείας και καλού παιδιού. Τι πιο γοητευτικό σε έναν άντρα.. Ύστερα
ήταν τα μάτια του με αυτό το «παιχνιδιάρικο» βλέμμα και μετά το χαμόγελο του,
με αυτό το «μυστήριο»..
Όταν θέλεις κάποιον, είσαι διατεθειμένος να δώσεις. Πολλές φορές αυτή η
διάθεση σε κάνει να δίνεις χωρίς να συνειδητοποιείς ότι δεν παίρνεις πίσω
τίποτα. Λένε βέβαια, όσοι μιλάνε για ανιδιοτέλεια, πως οι αληθινές ανθρώπινες
σχέσεις δε χωράνε σε πρότυπα «πάρε-δώσε», κανείς όμως ποτέ δε μίλησε για το τι
γίνεται όταν σε αυτές τις «επαφές» υπάρχει το μοτίβο της «ΚαΒάΤζας», του
«Ό,τι-νανισμού» και της «αέναης κοσμάρας»..
Σε κάποια από τις ελάχιστες συζητήσεις που είχα την ευκαιρία να κάνω με τον
«Χ», μου είχε πει πως «δυστυχώς, ή ευτυχώς δεν είχε κατάλοιπα από τις σχέσεις
του παρελθόντος του». Τι καλάαα. Να και ένας μη κομπλεξικός που κοιτάει μπροστά
και προχωράει.. Ήθελα να τον γνωρίσω, να τον «κατακτήσω», να τον έχω δικό μου
και μόνο δικό μου.. Και έτσι, μπήκα στο τρυπάκι του «κυνηγητού».
Βέβαια στην πορεία κατάλαβα ότι σε αυτό το «κυνηγητό» αυτός έτρεχε μπροστά
και εγώ τον κυνηγούσα.
«Στάσου, μη φεύγεις, μύγδαλα» του φώναζα, ως άλλη βοσκοπούλα.. Και αυτός,
ως ένας μελαχρινός τουρίστας, έλεγε με λόγια μπερδεμένα « δε τρώω μύγΝταλα
καρΝτιά μου, είμαι αλλεργικός»..
Σε απλή νεοελληνική μετάφραση, το γκομενάκι δεν ήθελε ότι ήθελα εγώ, όπως το
ήθελα εγώ.. Ήθελε να μείνει μόνο του βρε αδερφέ, να περνάει καλάαα, αμαρτίες να
κάνει ‘σου το ορκίζομαι’, να ζει ελεύθερο πουλί και όχι κορόιδο στο κλουβί..
Μα ποιος μίλησε για κορόιδα, κλουβιά, περιορισμούς και εγκλωβισμούς? Και τι
το «υπερβολικό» θέλουμε όταν γουστάρουμε βρε αδερφέ κάτι?! Είναι υπερβόλα
monsieur να θες να κοιμάσαι δίπλα σε αυτόν που προ ολίγου «ξεματιαζόσασταν»?
Είναι πνιγηρό να χαζεύετε μαζί καμιά φορά, στην τηλεόραση? Είναι καταπιεστικό
να επικοινωνείτε από ανθρώπινο ενδιαφέρον πέρα από το τετριμμένο τηλεφώνημα της
κ@υλας «πες μου που είσαι και τι κάνεις τώρα, τέλλλος?»
Το λάθος που κάνουμε με αυτούς τους ανθρώπους είναι να μην διακρίνουμε εξ
αρχής το χάσμα επιθυμίας, ικανότητας και διαθεσιμότητας, βεβαίως-βεβαίως! Και
έτσι, καταλήγουμε να τρέχουμε από πίσω τους, μπλεγμένοι σε ερωτικά τρίγωνα
& «πολύγωνα», να «σπινιάρουμε» μέσα σε φαύλους ζαλιστικούς κύκλους, να
«παρακαλούμε» σαν καρα-καημένοι και να επαιτούμε ψίχουλα, λες και είμαστε οι
«τελευταίοι» που θα μπορούσε κάποιος να κοιτάξει..
Όχι.. όχι.. Δεν είναι αυτοί οι άνθρωποι για εμάς, τους ξενέρωτους
αισθηματίες! Αυτοί είναι οι άνθρωποι της μιας βραδιάς, για αυτούς που δε θέλουν
εγκεφαλικές δεσμεύσεις, γιατί η συναισθηματική νοημοσύνη τους είναι τόσο
περιορισμένη όσο και ο χρόνος ενός υπερ-επιτυχημένου businessman.
Φοβούνται οι άνθρωποι αυτοί τα δυνατά αισθήματα.. Τους δυναμικούς
ανθρώπους.. Μα πιο πολύ, αυτοί οι άνθρωποι, φοβούνται τον εαυτό τους. Φοβούνται
αυτά που κρύβουν μέσα τους, φοβούνται τα τραύματα τους και έχουν βολευτεί να
ζουν με τα κατάλοιπα τους.
Την τελευταία φορά που είδα τον «Χ», ήμουν πλέον σίγουρη πως ναι, δεν
υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να συντηρεί αυτό το είδος «σχέσης». Αυτός να ζει
κλεισμένος σε μια κοσμάρα με ένα τεράστιο άθραυστο γυάλινο τοίχο γύρω-γύρω και
εγώ έξω από αυτή, να πετάω κοτρόνες προσπαθώντας να σπάσω τη τζαμαρία του!
Όχι.. όχι.. Δεν είναι αυτοί οι άνθρωποι για εμάς, τους ξενέρωτους
αισθηματίες! Εμείς είμαστε οι άνθρωποι της αγκαλιάς.. Αυτοί που μπορούν να
γίνουν χαλί όπως αυτά που έδειχνε κάποτε ο Αλί στην εκπομπή της «Μοίρα-raki», αρκεί να το αξίζεις
ReφίΛε, να αξίζεις το «είναι» μας,
τη σκέψη, το μυαλό και το κορμί μας!
Για όλους τους «Χ» που μας έκαναν να συνειδητοποιήσουμε πόσο γεμάτοι
είμαστε μέσα μας και να μην έχουμε ανάγκη από Ό,τι-νανιστικές, demi, αμετροεπείς και «δύσκολες»
καταστάσεις, καθώς η ζωή και η δοτικότητα είναι απλά μαθηματικά μωρό μου..
1+1=2!
4.30 π.μ.: ... Και ενώ
κοιμόντουσαν όπως κάθε Σάββατο βράδυ, μαζί αγκαλιά… Αυτός ξύπνησε, την κοίταξε
για τελευταία φορά, την φίλησε στα ζεστά της μάγουλα, την σκέπασε με το βαρύ
πάπλωμα που είχαν αγοράσει μαζί.. και σχεδόν αθόρυβα σηκώθηκε από το κρεβάτι,
ντύθηκε, ετοίμασε την τσάντα του με τα πράγματα του και έφυγε..
4.45 π.μ.: Έκλεισε την πόρτα πίσω
του, πήρε μια βαθιά ανάσα, από τον καθαρό πρωινό χειμωνιάτικο αέρα, ένιωσε τα
πνευμόνια του να παγώνουν, έσφιξε τα δόντια του, μίκρυνε τα μάτια του
στιγμιαία, σαν να προσπαθούσε να δει μακριά, ανέβηκε πάνω στην μεγάλων κυβικών
μηχανή του και εξαφανίστηκε στον άδειο δρόμο..
8.50 π.μ.: Ξύπνησε τρομαγμένη από
το όνειρο που έβλεπε ότι είχε πάθει κάτι κακό ο φίλος της. Σκέφτηκε πως ήταν ένας απλός εφιάλτης, σηκώθηκε και τον
έψαξε μέσα στο σπίτι.. Θα ήταν στην κουζίνα να τους ετοιμάσει πρωινό, όπως συνήθιζε
τις Κυριακές που ξυπνούσαν μαζί.. Δ ε ν ή τ α ν… Θα έκανε μπάνιο τότε.. Έτρεξε
στο μπάνιο να δει αν ήταν εκεί.. Δ ε ν ή τ α ν… Θα είχε βγει έξω, ίσως ετοίμαζε
κάποια έκπληξη.. Σήμερα ήταν η επέτειος τους.. Τον πήρε τηλέφωνο να δει που βρίσκεται..
Δεν της απάντησε π ο τ έ..
Στην αρχή νόμιζε ότι είχε πάθει
κάτι.. Ανησύχησε τόσο που τον έψαξε παντού. Της είπαν όλοι το ίδιο «Είναι καλά
αλλά δεν θέλει να σε ξαναδεί…».
Έψαξε όλο της το σπίτι, να δει αν
της είχε κρύψει κάποιο σημείωμα που να της εξηγεί τι συνέβαινε.. Μόνο κάτι
ξεχασμένα παλιά post-it βρήκε κολλημένα στο ψυγείο
που έγραφαν «Καλημέρα, σ’ αγαπώ».. Είχε αφήσει όλα του τα πράγματα σπίτι, στη
θέση τους, δεν είχε πάρει τίποτα. Μόνο ένα πράγμα της είχε πάρει. Το χ α μ ό γ
ε λ ο της..
Τι γίνεται όταν κάποιος στο
πέρασμα του, σου κλέβει ότι πιο πολύτιμο έχεις? Τι γίνεται όταν σε βάζουν να
τρέξεις σε ένα διάδρομο με μια ταχύτητα που εσύ δεν προλαβαίνεις? Όταν έχοντας
μάθει να ζεις σε εύκρατο κλίμα, μετακομίζεις σε ένα
τροπικό?
…
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της,
συνειδητοποίησε πόσο την είχε «μεγαλώσει» αυτή η αλλαγή. Έβαλε λίγο ρουζ στα
μάγουλα της, σούφρωσε τα χείλη και τα φρύδια της κάπως σκεπτική και μετά από
λίγο έσκασε ένα πλατύ χ α μ ό γ ε λ ο κοιτώντας τον εαυτό της.
…
Έμαθε να ζει χωρίς αυτόν και αυτά
που της είχε «κλέψει» άθελα της κάποτε, έμαθε να τρέχει πιο γρήγορα από ότι
νόμιζε πως μπορούσε, έμαθε να αντέχει στη ζέστη και στους καύσωνες, ενώ ως τότε
αγαπούσε μόνο τους χειμώνες και εν τέλει έμαθε να προσαρμόζεται στις αλλαγές, στις
μεγάλες μα και στις πιο μικρές..
Έτσι είναι αγάπη μου! Τα μεγάλα
όνειρα είναι για αυτούς που «κοιμούνται» πολύ, μα η ζωή σε θέλει ξύπνιο, να
τρέχεις ολοένα και πιο γρήγορα για να την προλάβεις, να μαθαίνεις να χάνεις για
να μπορείς να ξανακερδίσεις τα διπλά και για να προσαρμόζεσαι στις μεταβολές
του περιβάλλοντος που σε κάνουν να μεγαλώνεις!