Θυμάστε που όταν ήμασταν παιδιά παίζαμε το " να σου πω ένα μυστικό αλλά μη το πεις πουθενά" και μέχρι να γυρίσεις την πλάτη σου, είχε μάθει μέχρι και ο περαστικός έξω από το σχολείο τα καθέκαστα?
Ε λοιπόν δε πάει άλλο πχιά, θα σας πω ένα μυστικό. Κάποτε, αυτό εδώ το blog γνώριζε μεγαααααάλες δόξες. Περασμένα μεγαλεία, σαν τα σκουριασμένα πλοία... ή το άλλο που πάει κάπως έτσι: περασμένες μου αγάπες, όνειρΑ-Α-Α που σΒή.Σα.Νε παρα-πα-πάμ!
ΝΑΑΑ οι αναρτήσεις και ΝΑΑΑ οι απηχήσεις και τα ριπόρΤΣ για τα μέρη από όπου με διαβάζανε, τις συσκευές που με παρακολουθούσανε, τους κρυφούς ακολούθους.. ΝτάΞ, φαντάζεστε εσείς τώρα τι κρυφοί φόλοουΕρς ακολουθούν μια Εν-τΖί βεβαίως-βεβαίως.
Εποχές σε περιοδικά, ραδιόφωνα που όλοι έψαχναν να δουν ποια κρύβεται πίσω από την υπογραφή της Ng και τη λάΓνα φωνή του ραδιοφώνου! Μωρή τι ψωΝάρα που είμαι πανάθεμα μου ακόμα και τώρα μια 10ετία μετά! Φτου μου να μη με βασκάνω! (Μισό να πάρω μια φίλη στο χωριό να με ξεματιάσει & επανέρχομαι στη ροή μας. . . .)
. . .
Λοιπόν εκεί κάπου, ενδιάμεσα μιας σχέσης που τραβιόμουν (τρελή καψούρα, σα να έχεις φάει μουσακά μεσάνυχτα, να έχεις πέσει τ'ανάσκελο για ύπνο και να ξυπνάς με καούρα στο στομάχι ψάχνοντας για σόδα στο ψυγείο ένα πράμα) .. λοιπόν εκεί..
Ξάφνου στα ριπόρτς βλέπω να με παρακολουθά ένα Aiφόουν Νο 183. Τότες τα Αιφόουνς δεν ήταν πολύ της μοδός ακόμη, για να καταλάβετε ήταν για τους πεΛούσιους ένα πράμα Και Μό.Νο.
Χωρίζουμε με το αίσθημα, γιατί βρε Μάνο, αχ θα σε μαλώσω, ΑΧ, και μου έρχεται εκ των υστέρων Θεία επιφοίτηση πως "το τεκνό από την Περσία που πιάστηκε στην Κορινθία" μόστραρε τότε στην παρέα ένα Άιφόουν πολύ προχώ μοντέλο του 2014 φερμένο από τα εξωτερικά, εδώ σε εμάς κυκλοφορούσε ακόμα το μοντέλο του 11 για να σας δώσω να καταλάβετε, τόσο πίσω ήμεθα..
Ε λοιπόν φίλοι μου, αυτό το Αίφοουν δε σταμάτησε ποτέ να με ακολουθά, να με διαβάζει και να αναζητά τα ποστ μου.
Βαγγέληηη εσύ? Παραδέξου το αγόρι μου με ποθείς ακόμα ταμάλα και ας με χώρισες στην Β δημοτικού επειδή δε σου έδινα εκείνο το στυλό με άρωμα αγριοτΣούτσουνου..
Πες μου επιτέΛους πΧι@ είσαι εσύ με αυτό το μονΔέλο Άιφόουν που τόσα χρόνια με ακολουθάς σιγανά και ταπεινά τΖιβαέρι μου! Χού αρ γιού μπέιμπι? Χού?!
Πες μου, μη φοβάσαι, δε δαγκώνει, να σε μυρίσει θέλει!!!!
Κάνω κάμ μπάκ, κάμ μπάκ στον έρωτα σουυυ... μετά την ΆντΖελα, το τοτέμ της ελαφρολαϊκής σκηνής, η Νιόβη τΖί κάνει κάμ μπάκ, αγαπητό μου ημερολόγιο, κυρίες και κύριοι..
Και καθώς τα άπλυτα μου κατέκλυσαν το σπίτι ας βγουν πχιά όλα στη φόρα να ησυχάσουμε, να το κάψουμε το μαγαζάκι κυρ Στέφανε!
Υλικό αρχείου ετών που περίμενε καρτερικά στην ουρά για να βγει, και daytime στόριΖ από τη ζωή μιας μάνας που κάποτε ήταν γυναίκα, μοντάρονται υπομονετικά προκειμένου να γίνουν απΛόουντ στο απαρχαιωμένο τούτο ιστολόγιο μάδερΦάκερς!
Με λίγο περισσότερη σοφία, γιατί είμαι μια κυρία, περισσότερο άσπρο χρώμα (γιατί είμαι σε φάση αποτοξίνωσης από το μαύρο χρώμα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία) και όπως πάντα, αέρα αυτοσαρκασμού και χοΎμορ!
Ά στα διΆΛα πχια! Βαρέθηκα να καταπιέζω τις σκέψεις μου σε κομιλφό περιτύλιγμα από φόβο για το τι θα πει ο κόσμος τώρα που έχω περάσει το κατώφλι και έχω γίνει μαμά με παιδιά, σκυλιά, γατιά και τα λοιπά και τα λοιπά!
Μη σας πω πως θα κάνω και λογαριασμό στα ΤικΤόκια να τρελάνω τα φίντς. Όχι, ΜΗ σας πω. Δεν σας το λέω, εντάξει. Δεν είμαστε για τόσα ξεφτυλίκια στην ηλικία μας θωρώ. "Σεμνά Σουλίτσα, σεμνααααά!"
Ο
δικός μου “John”. Ένας άντρας με μούσκουλα
στα μπράτσα, μπουτάρες γυμνασμένες υπέρ του δέοντος αλλά και κοιλίτσα τριαντάρη
πατέρα, που θα ήθελε πολύ να συνεχίσει το crossfitαλλά τον κέρδισαν τα οικογενειακά βάρη που καλείται πλέον να σηκώσει.
Αγαπώ
το χαμόγελο του. Αυτό το πλατύ χαμόγελο που ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του, όταν
ανοίγει την πόρτα του σπιτιού, το απόγευμα μετά τη δουλειά που γυρνάει,
κουρασμένος και φορτωμένος με ψώνια για το σπίτι. Αυτό το χαμόγελο που έχει,
την ώρα που βγάζει τα ψώνια από τις σακούλες, τα παραθέτει ατάκτως ερριμμένα,
στο τραπέζι της κουζίνας και εξηγεί απολογητικά: «Πήρα καρότα, λάχανο,
γιαούρτι, γάλα, τυρί μπλα μπλα μπλα.. όπως μου είχες γράψει στη λίστα… και μπλα
μπλα μπλα… πήρα και ένα φυστικοβούτυρο και λίγα μπισκότα φράουλας και μερέντα
για να σου κάνω pancakes, έτσι
για τη λιγούρα και τη «σωστή» τη διατροφή!»
Αγαπώ
τα χούγια του. Όταν ξεχνάει τα φώτα σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού ανοιχτά και του
φωνάζω πως «δεν δουλεύει ο μπαμπάς σου στη ΔΕΗ μωράκλα μου!» και εκείνος μου
απαντάει με τόση αλαφρότητα «ναι, αλλά δουλεύει ο πεθερούλης μου όμως!!!». . . Όταν
πετάει την ώρα που ξαπλώνει, τις κάλτσες του κάτω και το επόμενο πρωί τις
κλωτσάει τάχα τυχαία, να κρυφτούν κάτω από το κρεβάτι και ύστερα ψάχνω εγώ σαν άλλος
ναρκαλιευτής, με οδηγό τη μύτη μου, για βρώμικες κάλτσες με άρωμα ποδαρίλας!
Λατρεύω
το mix & matchκαι τους color-blockingενδυματολογικούς συνδυασμούς που κάνει τα
πρωινά πριν φύγει για δουλειά και ύστερα με ρωτάει «ταιριάζει ΑΥΤΟ το πάνω με ΑΥΤΟ το κάτω» ?! Περιμένει λίγα δεύτερα, κοιτάει το επικριτικό μου βλέμμα με τις
γουρλωμένες ματάρες μου, που προ ολίγου ήταν ερμητικά κλειστές από τη νύστα, και
χωρίς να πάρει απάντηση, μονολογεί «κατάλαβα!» και αλλάζει δείχνοντας φανερά
συνετισμένος!
Και
τα ξημερώματα, οοο είναι και κάποια ξημερώματα, που έχοντας παραφάει, ύστερα
από κάποια νυχτερινή μας έξοδο, ροχαλίζει οσάν να ήταν κομπρεσέρ που παλεύει
και δουλεύει υπερωρίες για να ανοίξει επιτέλους τον μετρό της Θεσσαλονίκης!
Τότε είναι που τον αγαπώ ως το άπειρο και ακόμα παραπέρα! Ξυπνάω, τον σκουντάω
μια-δυο φορές προειδοποιητικά λέγοντας του ότι ροχαλίζει, δείχνει παραδομένο,
κοιμισμένο αετόπουλο στο…στρώμα και τότε… τότε εγώ βρίσκω ευκαιρία να γαργαλίσω
τα τεράστια ρουθούνια του με τα ακροδάχτυλα μου και να πεταχτεί από τον λήθαργο
του μουρμουρίζοντας εκνευρισμένος «μα γιατί με ξυπνάς?!» . . .
Με
τρελαίνει ο τρόπος του να χειρίζεται τις ορμονικές μου «διακυμάνσεις», θα
αποκαλούσα με κομψό τρόπο τις ψυχολογικές «διαταραχές» που με διακατέχουν μία
φορά το μήνα, για περίπου πέντε ημέρες, αλλά και τις υπόλοιπες ημέρες του μήνα,
που περίοδο δεν έχω αλλά την περιμένω και αυτό να ξέρετε, από μόνο του είναι άλλος
παράγοντας αναίτιας πρόκλησης νεύρων!
Τον
θαυμάζω για τις φορές που έχοντας νευράκια – τσαταλάκια, εκσφενδονίζω μοναχή
μου μαξιλάρια καναπέ και εκείνος μένει ατάραχος στο βομβαρδισμένο σκηνικό, όπως
οι πολεμικοί ανταποκριτές σε πόλεμο του Ιράν!
Ζηλεύω
την «αέναη λιακάδα ενός καθαρού μυαλού», του μυαλού του, ένα μυαλό ιχθύ στο
ζώδιο, μέσα στο οποίο ταξιδεύει καβάλα σε ένα ροζ – συννεφάκι όπου όλα πάντοτε είναι
όμορφα, όλα είναι ωραία, καρφάκι δε μας καίγεται τι και αν ο κώλος μας θα
φλέγεται!
Πως
μπορώ να μην αγαπώ τον άντρα μου, που στα 10’ που μπορεί να τον αφήσω να
ασχοληθεί με το μωρό για να κάνω μπάνιο, θα ξεκινήσει παίζοντας του
ρομαντικο-κλαψομουνέιΚα lovesongsστην κιθάρα, θα το γυρίσει ξαφνικά σε
Στόκα, Ξύλινα Σπαθιά, Τρύπες, Σιδηρόπουλο και θα τον βρω βγαίνοντας, τυλιγμένη
στη μπουρνουζοπετσέτα μου, να του τραγουδάει χοροπηδώντας την «επιστροφή στη
φύση» από ψόφιους κοριούς! Και ψέματα δε θα πω, χοροπηδάω και εγώ μετά μαζί του σα κατσίκι, φωνάζοντας «Βρήκε άλλη λύση, βρήκε άλλη λύση ροκάς πήγε και
έγινε και ρούφαγε χασίσι» μπροστά στο παιδί, που σίγουρα απορεί αν η
μαμά και ο μπαμπάς είναι έτσι εκ γεννησιμιού τους ή έχουν πάρει κάτι!
Συμπληρώνει
τα υψηλά ποσοστά τρέλας που κυλούν στο αίμα μου και με τη σειρά μου καθαιρώ
πλήρως το αξίωμα του ως μηδενιστή που κάποτε θεωρούσε ότι πρέσβευε. Αντ’ αυτού
είμαι εγώ η κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του ιμπεριαλιστικού μηδενισμού και αυτός
το κίνημα της αναγέννησης και του διαφωτισμού, του κλασικισμού και του
ρομαντισμού μαζί! Με πιο απλά λόγια, είμαστε ο ένας το αλάτι και ο άλλος το
πιπέρι στο φαγητό. Ο ένας το άσπρο και ο άλλος το μαύρο, ο «θέλω» και η «δε
θέλω» μαζί. Και κάπως έτσι, κάνουμε μαζί αυτό το «θέλω & δε θέλω», αυτό το «έτσι
και γιουβέτσι», αυτό το περίεργο κράμα στο οποίο ο ένας συμπληρώνει τα κενά του
άλλου με τους εκ διαμέτρου αντίθετους χαρακτήρες και τα καθ’ όλα αταίριαστα και
παράλληλα τόσο ταιριαστά ταπεραμέντα!
Προσπαθώ
να ξαναδιαβάσω το κείμενο, έτσι για την ιστορία, πριν το δημοσιεύσω και χτυπάει
το τηλέφωνο. Ο άντρας μου: «Αγάπη, που είναι το καλό μου το κουστούμι?»
Εγώ: «Στην
ντουλάπα σου»
Άντρας
εκνευρισμένος ελαφρά: «Δεν είναι, κοίταξα, πάω να δω στη δική σου»
Εγώ
εκνευρισμένη φανερά: «Στη δική μου, αγάπη, αποκλείεται να είναι, γιατί εγώ
τακτοποιώ τα ρούχα σου, δεν έχει λογική να είναι σε λάθος ντουλάπα το
κουστούμι. Κοίτα καλύτερα στη δική σου, το είχα βάλει στην αριστερή μεριά μαζί
με τα άλλα κουστούμια σου…»
(Σιωπή)
Άντρας
μεταμελημένος «Ααα ναι το βρήκα»
Εγώ κεκαλυμμένα
εκνευρισμένη: «Να, είδες, δε σου μίλαγε το άτιμο, έπαιζε κρυφτό».
Άντρας
με ύφος πλήρους άγνοιας «Και οι κάλτσες μου?»
Εγώ
με ύφος πλέον ειρωνείας «Πήγαινε στην κουζίνα.. Πήγες?.. Ωραία, άνοιξε το
δεύτερο συρτάρι.. το άνοιξες?»
Άντρας
με πλήρη άγνοια της ειρωνείας « Εδώ έχει φάρμακα και βιταμίνες, κάλτσες δε
βλέπω»
Εγώ απροκάλυπτα
εξαγριωμένη « Θα βαρέθηκαν το μέρος, θα περπάτησαν και θα έφυγαν αγορίνα μου,
είναι δυνατόν οι κάλτσες σου να είναι στα συρτάρια της κουζίνας? ? ? ?»
Και
σε αυτό το σημείο, καταλαβαίνετε η υπομονή μου εξαντλήθηκε έγινα χείμαρρος και
στόλισα τον άντρα μου για την πλήρη αδυναμία κριτικής σκέψης που έχει ώρες –
ώρες όταν γυρνάει κουρασμένος από τη δουλειά, ωστόσο εντάξει, μεταξύ μας τώρα
να ξέρετε, ακόμα και γι’ αυτό τον αγαπώ!
Γιατί?
Εμπιστοσύνη με κλειστά τα μάτια, λατρεμένοι μου! Εμπιστοσύνη και αλαφρότητα
αβάσταχτα σφιχταγκαλιασμένες μαζί, σε βαθμό που μια μέρα θα παίξουμε όλοι μαζί
το «πετάει – πετάει ο γάιδαρος» και ο άντρας μου θα πει απερίσκεπτα «ΠΕΤΑΕΙ!»
Μα
πέρα από τα αστεία, αυτό το πλάσμα το αγαπώ γιατί με έμαθε να αγαπώ και να
συγχωρώ, να αντιδρώ μα και να υποχωρώ και γιατί το παραδέχομαι,
ε ναι! Είμαι βιτσιόζα ταμάλα βρε αδερφέ, και γουστάρω την αναζήτηση της χαμένης
κάλτσας, το μεταμεσονύχτιο ροχαλητό, την ακαταστασία του, την αφηρημάδα του, τις
απρόσμενες αφίξεις γλυκών και άλλων θερμιδογόνων λιχουδιών στο σπίτι, τα
τηλεφωνήματα με τις άστοχες ερωτήσεις, τα ρομαντικά τραγούδια που καταλήγουν σε
ήχους Πίτσας Παπαδοπούλου, Τερλέγκα, ελαφρο-λαϊκών, δημοτικών, hardrock, jazzκαι όπερας μαζί. Γουστάρω κάθε τι αταίριαστο που έχει και είναι κόντρα σε εμένα, τόσο ταιριαστά!
Mix & match my dear,
cause I love you so much!
*Το εν λόγω κείμενο φοριέται ταιριαστά ή μη, με ένα τραγούδι από Πυξ-Λαξ που άκουσα πρόσφατα να τραγουδάει το alter ego μου, την ώρα που μπανιαριζόμουνα και είχε την ψευδαίσθηση πως δεν ακουγόταν! Ένα τραγούδι που γουστάρω όσο και τη φωνάρα του όταν το "εκτελεί"!
"Johnίκο", σ' αγαπώ ρε, για όσα όμορφα και όσα δύσκολα περνάμε κάθε μέρα μαζί! Γιατί "αν δεν υπάρχει απόσταση πως θα σε πλησιάσω?" όπως λέει και ο Ξυδούς...
Περπατάω με τα χέρια στις τσέπες του παλτό μου και το στόμα μου κρυμμένο στο χοντρό μπορντό πλεκτό κασκόλ μου για να μη νιώθω το κρύο. Με τα μάτια μου προσπαθώ να χορτάσω το άρωμα της αγαπημένης μου πόλης. Παρασκευή βράδυ, στην παραλιακή της Θεσσαλονίκης, βιάζομαι να γυρίσω σπίτι, να ετοιμαστώ και να βγούμε με τον παιδικό μου φίλο για κρασί.
Λατρεύουμε και οι δύο το καλό κρασί. Που μας έχανες, που μας έβρισκες, στις καλές μας μα και στις μαύρες μας, πάντα ξετρυπώναμε ψαγμένα wine bar και αφήναμε λευκές και κόκκινες ποικιλίες να μας συντροφεύουν ως τις πρώτες πρωινές ώρες, στις συζητήσεις μας.
Μέχρι που μια μέρα ο Ορέστης, δε σήκωσε το κινητό.. Ήξερα την ψυχολογική κατάσταση που βρισκόταν. Δύσκολα παιδικά χρόνια, σε ένα σπίτι με μια διαλυμένη "οικογένεια" που οι γονείς δεν έχαναν ευκαιρία να "οπλίζουν" τις κάνες τους, που ο πατέρας μείωνε συνέχεια τις ικανότητες του, τον σύγκρινε με τον αδερφό του και σε κάθε αφορμή ξεσπούσε πάνω του λες και έφταιγε ο Ορέστης για όσα οι γονείς του ήταν ανίκανοι να διαχειριστούν.
Ορέστης. Πέρασε πολιτικός μηχανικός στο Πολυτεχνείο, τελείωσε πρώτος τη σχολή, δούλευε απο τα 17 του για να'ναι ανεξάρτητος, ζούσε μόνος του. Μοναδική του αγάπη και σχέση σοβαρή η μουσική του. Στις όμορφες και δύσκολες στιγμές του, αγκαλιά με μια κιθάρα.. Και όμορφος άντρας, πολύ. Ξανθός γαλανομάτης, με τις γκόμενες να κάνουν σειρά ποια θα τον πρωτοπάρει. Ποιά θα κερδίσει την πίστη του και θα καταφέρει να τον καλουπώσει σε σχέση σοβαρή, με προοπτικές, συγκατοίκηση, γαμοστέφανα, παιδιά, σκυλιά, τραπέζια σούρτα-φέρτα με τα σόγια και όλα τα βαρετά κλισεδάκια που επιτάσσει η κλίκα των "σοβαρεμένων" ανθρώπων.
Ο Ορέστης πάλευε από μικρός με τη θλίψη του. Φίλους δεν ήθελε πολλούς. Μόνο λίγους και καλούς. Ο κολλητός του ο Σπύρος απο τη γειτονιά, εγώ απο το σχολείο και ο Αποστόλης, συμφοιτητής του.
Ακόμα θυμάμαι αυτολεξεί την απάντηση του όταν τον ρωτησα ένα ξημέρωμα που περπατούσαμε στην ίδια προβλήτα, όπως τώρα, πως είναι να βιώνεις την ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν χρόνια και πάλευε να ξεπεράσει μέσα απο συζητήσεις επι συζητήσεων με την ψυχοθεραπεύτρια του.
"Μοιάζει με γαλήνια θάλασσα βράδυ καλοκαιριού. Κάθεσαι στην άμμο και περιμένεις τα κύματα να σε δροσίσουν όταν ξαφνικά η θάλασσα γίνεται άγρια, φουρτουνιάζει, σκάει ενα μεγάλο κύμα πάνω σου, σε κανεί να γλιστρήσεις στα εντός της και πνίγει το στόμα σου με αλατόνερο. Το αλάτι καίει τον λαιμό σου, το νερό πλημμυρίζει στα λαρύγγια σου και νιώθεις το κεφάλι σου να μυρμηγκιάζει απο την έλλειψη οξυγόνου. Ασφυξία. Και εκεί που λες πως όλα τελειωσαν, το κύμα σε ξεβράζει, ανοίγεις τα μάτια και ο ήλιος σε καίει..."
(...)
"Δε ξέρεις πότε θα σε χτυπήσει αυτό το μαλακισμένο συναίσθημα Νινάκι. Απλά ζεις και εύχεσαι να μη ξανάρθει, πάντα μέχρι την επόμενη φορά.."
(...)
"Θα φύγω Νίνα. Μακριά από όλους και απο όλα. Να κάνω νέα αρχή. Να αναπνεύσω. Να ξεκινήσω από το μηδέν."
Ο Ορέστης έφυγε οκτώ χρόνια στας Ελβετίας. Διατριβή, δουλειά και πολύ εσωτερική αναζήτηση για λύτρωση.
Σήμερα το βράδυ, γιορτάζει τον νέο Ορέστη, παρέα με παλιούς και καινούργιους, πολλούς φίλους. Γιορτάζει αυτόν που όταν το κύμα τον αρπάζει αγριεμένα, παλεύει, βγαίνει στην επιφάνεια και παίρνει βαθιά ανάσα να γεμίσουν τα πνευμόνια του οξυγόνο..
Κάθε φορά που περπατάω στην προβλήτα κάτω από τη Λεωφόρο Μ. Αλεξάνδρου, αυτόν σκέφτομαι. Και τη δύναμη του να κερδίσει τη μάχη με τη θλίψη που κάποιοι άλλοι του εμφύτευσαν άθελά του, χρόνια πριν.
Ps. Ήταν επιθυμία του Ορέστη να γράψω για αυτόν, με την προϋπόθεση οτι θα κατάφερνε κάποτε να "ξαναγεννηθεί"..
Ο Ορέστης σήμερα λατρεύει το σερφ. Και με τη σανίδα του δαμάζει τα κύματα. Αυτά τα ψηλά, ξέρεις, που λίγο αν δεν προσέξεις μπορεί να σε καταπιούν.. Μα βγαίνει πλέον από αυτά, πάντα νικητής!
5.20μ.μ. Έχω γυρίσει απο τη σχολή με ενα κεφάλι καζάνι. Κάτι το χθεσινό ξενύχτι με την παρέα και το πάρτυ έκπληξη στο φίλο μου το Μήτσο, κάτι η πρωινή τρίωρη παρακολούθηση management σε συνδυασμό με δίωρα ανάλυσης κόστους και οικονομοτεχνικών μελετών, κάτι ο καφές και τα τσιγάρα που κάναμε στην καφετέρια πριν λίγο προσπαθώντας να κανονίσουμε την αποψινή έξοδο.. το μόνο που θέλω είναι να ξαπλώσω τη δίμετρη κορμάρα μου επι του καναπέος και να λιώσω μέχρι τα μεσάνυχτα. Μετά έχουμε κανονίσει Βέρτη με τις κολλητές μου. Παρασκευή. Μέρα που παγιώσαμε και αφιερώνουμε μόνο στη γυναικοπαρέα.
6.00μ.μ. Χαζεύω στην τβ τρασίλα απογευματινή και πάνω που γλαρώνω με παίρνει ο Aκης. Το γκομενάκι μου. Σε 10' θα είναι απο κάτω να με πάρει για καφέ.
«Βούκο, σε 10' Είμαι σπίτι σου. Ντύσου και κατέβα»
Πως να έλεγα στο αμόρε οτι έχουμε κανονίσει μπουζούκια σήμερα με τα κορίτσια και έλεγα να ξεκουραστώ λιγο, όταν ήρθε νωρίτερα από τη Θεσσαλονίκη που σπούδαζε, σουρπρίζ για την κοριτσάρα του?
...
Ο Άκης με περίμενε στο αμάξι με εναν τεράστιο αρκούδο στη θέση του συνοδηγού. Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα και μια κάρτα με αγαπούλες και άλλα τέτοια σοροπιαστά γλυκανάλατα της ηλικίας για να γιορτάσουμε την επέτειο μας! (Η οποία παρεμπιπτόντως μου ειχε διαφύγει-Νο κομενΤς)
...
Στα 20 μου οι μέρες ήταν φουλ έντονες στιγμές με φίλους, γκόμενους, παρακολουθήσεις στη σχολή, καφέδες, ξενύχτια μέχρι πρωίας σε κλαμπ και μπουζούκια. Είχαν άρωμα λουλουδιών σε ρούχα πρωινά και μίξη απο βαριά αρώματα μπερδεμένα με μυρωδιές απο τσιγάρα πάνω σε μαύρα βραδινά φορέματα.
Σάββατο 26 Οκτώβρη 2013
7.40μ.μ. πετάω εκνευρισμένη τα κλειδιά δίπλα στο τασάκι, αφήνω την τσάντα μου κάτω, βγάζω οπως-οπως τα ρουχα της δουλειάς και βρίζω σκοντάφτοντας στα παπούτσια που είχα πετάξει μέσα στη μέση, καθώς πηγαίνω προς την κουζίνα να βρω κατι να φάω.
Μονολογώ κάτι για τη"τύχη" μου τη μαύρη,που με θέλει να δουλεύω Σαββατιάτικα.
Και εκεί που μπουκώνομαι με ένα προχθεσινό ριζότο που είχα φτιάξει με τον Τζόνι, το τότε αμόρε μιο,σχέση σοβαρή, όχι από αυτές που δεν κρατούσα ουτε τέρμηνο, έρχεται μήνυμα στο κινητό απο τον κολλητό μου.
«Λεμε να πάμε με τα παιδια το βράδυ κατα τις 10 για χαλαρό ποτάκι Χαλάνδρι. Ψήνεσαι?»
Η πρώτη απάντηση που έδωσα φωναχτά ηταν "ξέχνα το". Είχα μια πολύ δύσκολη εβδομάδα στη δουλειά, είχα μείνει άυπνη τέσσερα συνεχόμενα βράδια για να τελειώσω τη διπλωματική για το μάστερ μου και το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να καταληξω με hangover από το "χαλαρό" ποτάκι που όπως πάντα εξελισσόταν σε ολονυχτία σε καμμένα σκυλομάγαζα με τα συνοδείας ποτών με βάση τη φτηνή βενζίνη.
Μετά σκέφτηκα οτι "τρώγοντας έρχεται η όρεξη" και απάντησα "οκ, ραντεβού έξω από την εκκλησία στην πλατεία". Όχι και τίποτα άλλο, να ζητήσουμε και καμιά συγχώρεση για τις αμαρτωλές νύχτες και μέρες μας!!
...
Εκείνο το βράδυ με πήρε ο ύπνος στον καναπέ αγκαλιά με το νόμο περι φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων. Τρε ζολι. Όχι και τίποτα άλλο, δεν ζήτησα και ποτέ σχώρεση για τις σωρευμένες αμαρτίες εκείνης της περιόδου.
Στα 25 μου, οι μερες ηταν τσίτα γκάζια σε λογιστήρια μεγάλων εταιριών με ξενύχτια που το ζύγι τους έγερνε περισσότερο λόγω homework, με δουλειά που ερχόταν στο σπίτι για να "ομορφύνει" τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Οι ολονυχτίες σε μπαρ είχαν αρχίσει να αραιώνουν και τη θέση τους είχαν πάρει βράδια με ταινίες είτε με φίλους είτε με το "αίσθημα".
Επαναστάσεις ανεξαρτησίας και δηλώσεις περί φρι σχέσεων κατέρρευσαν πανηγυρικά ενώ τη θέση τους πήραν συζητήσεις περί συγκατοίκησης, μετακόμισης, δυαράκι στο Μετς ή στην Πανόρμου, διαπραγματεύσεις με τους διαχειριστές για το αν επιτρέπονται κατοικίδια κλπ-κλπ.
...
Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018
Πάει ο Τάκης, κλάψαμε το Τζόνι, στείλαμε τον Λάμπρο..τον Γιώργο Α,τον Γιώργο Β, τον Γεώργιο τον ΙΙΙ, τον Μάνο, τον Θάνο, τον Αντρίκο τον σφίχτερμαν, τον Νικ δε Γρκικ.. αγάπες πολλές, της μιας βραδιάς, της μιας βδομάδας, του μήνα,του εξαμήνου, με συμβάσεις άνω του χρόνου, ασήμαντες, σοβαρές, άλλες που πέρασαν και δεν ακούμπησαν, άλλες που άφησαν σημάδια στο πέρασμα τους..
Πάνε όλα. Ολα και όλοι. Αν μπορούσα να θυμάμαι και να ειχα γραμμένα σε κάποιο παλιόχαρτο, όλα τα αρώματα, τα αισθήματα, την ένταση, τις στιγμές.. Πάνε όλα. Ολα πλέον μοιάζουν σκόνη παστρωμένη σε έπιπλα εγκαταλελειμμένου σπιτιού.
...
6:04μ.μ. Κάθομαι ακίνητη σχεδόν και πιασμένη, στη γωνία του γκρίζου καναπέ που φέραμε από το εργένικο, τότε, σπίτι, του άντρα μου. Αλέξανδρος. Ο άνθρωπος που με το πείσμα του, την επιμονή και την υπομονή του κατάφερε να μείνει δίπλα μου, όταν τόσοι και τόσοι "κοβοντουσαν" πανηγυρικά στα κρας τεστ που τους πέρναγα. Το αντράκι μου το γοητευτικό, που τον γνώρισα φιτ και αθλητικό και τώρα αναζητάω την φουσκωμενη γλυκιά κοιλίτσα που έχει κάνει. Και τι με αυτό.. Άντρας με κοιλίτσα σαν καραμελίτσα, λένε.
Κοιτάω απέναντι μου, την κορνιζαρισμένη φωτογραφία του γάμου μας. Παραδίπλα μια ψηφιακή κορνίζα συχναλλάζει φωτογραφίες μας από ταξίδια και στιγμές μας.
Το σπίτι μυρίζει απορρυπαντικό για μωρά, το πλυντήριο χτυπιέται μανιασμένο πασχίζοντας να ξεπλύνει κάτι κατουρημένα σελτεδάκια, η απλώστρα δηλώνει φουλ απο κατειλημμένες θέσεις με βρεφικά φορμάκια και εγώ.. ακίνητη, με τους βύζους έξω, ένας δεξιά για τον Αντώνη, ένας αριστερά για τον Θέμη. Δίδυμα μωρά, ετεροζυγώτες, ο ένας ξανθός γαλανομάτης σαν εμένα, ο άλλος μελαχρινός σαν τον πατέρα του.
...
Στα 30 μου, οι μέρες μου έχουν άρωμα χεσμένης πάνας, κρέμα για συγκαμμενα κωλαράκια και καφέ-ντεκαφ παρακαλώ πολυ, για να μη δημιουργεί εκνευρισμό στα ήδη νευρικά μωρά μου! Η διατροφή μου, απαγορεύει γαλακτοκομικά, λαχανικά και οτιδήποτε μπορεί να πυροδοτήσει τον δράκο των βρεφικών κολικών που μας αφήνει αυπνους τα βράδια. Στα 20 & στα 25 με κερνάγανε σφηνάκια μεχρι πρωίας και τώρα κερνάω εγω milk shakes στα μωρά μου, ως απεριτίφ, στις βραδυνές μας ολονυχτίες.
Δε συζητώ για την σέξι εμφάνιση μου, που για να πιστέψει κάποιος πως όντως είχα, πρέπει να του δείξω τα διαπιστευτήρια απο τις εποχές που δούλευα ΠιΑρ σε νυχτερινά μαγαζιά η απο βραδιές που γλεντούσαμε με τις παρέες μου σε κλαμπ και σε μπουζουκια.. και να τα λέλουδα αραδιασμένα στα τραπέζια, να τα μπουκάλια βότκας αδειασμένα...
Αντ'αυτού κυκλοφοράω στο σπίτι με ενα νυχτικό που διευκολύνει την απόδραση των βύζων, τα μαλλιά μου θυμίζουν μάγισσα ξεμαλιασμένη, ατιμέλητα χτενισμένη και η γερμανική κάλτσα λιγο πιο πάνω απο τον αστράγαλο ολοκληρώνει το σπιτικό outfit.
...
Ξεκίνησα να γράφω για την εβδομαδιαία στήλη μου στο περιοδικό, την περασμένη Πέμπτη, έπρεπε να παραδώσω Κυριακή βράδυ, να περάσει το κείμενο από συντακτικό έλεγχο κ.ο.κ.. και σήμερα Δευτέρα μεσημέρι, χτυπάει μήνυμα στο κινητό απρο την αρχισυντάκτρια μου..
«Νινάκι, δεν εχω κείμενο. Με βγάζεις off time. Send me asap»
Τρέχω να προλάβω, να ξεσκατίσω το ένα μωρό, να ταΐσω το άλλο, να πλύνω τα λερωμένα, να σιδερώσω τα ασιδέρωτα, να αποστειρώσω τις πιπιλες.. και εκεί που βαζω τον έναν να κοιμηθεί, πιάνω τον άλλον για να ταΐστει, μου έρχεται η ιδέα για να προχωρήσω το κείμενο μου που έπρεπε να στείλω asap βεβαίως-βεβαίως. Πιάνω το κινητό να γράψω την ιδέα, ρίχνω κατά λάθος το τηλεκοντρόλ στο πάτωμα, ξυπνάει το μωρό κλαίγοντας, κλαίει για συσυμπαράσταση και το άλλο, πετάω το κινητό, βγάζω το φόρεμα, μοιράζω τους βύζους δίκαια και παίρνω μια βαθια ανάσα για να ξυπνήσει ο εγκέφαλος μου που το τελευταίο δίμηνο κοιμάται δύο ώρες την ημέρα διαλειμματικά.
...
Μάνα. Μητέρα. Μαμά. Mama mia. Μάνα είναι μόνο μία.
Παρασκευή 4.10μ.μ. Τυχαίνει να έχω σήμερα τα γενέθλια μου,
πατάω τα πρώτα –άντα. (α-σχο-λι-α-στο…) Έχω βαρέσει 20 μέρες άδεια να
ξελαμπικάρω και να στρώσει το μυαλό, μετά από ένα καλοκαίρι μιξαρισμένο με
φορολογικές δηλώσεις νομικών προσώπων, ισολογισμούς και non-stophitsοικονομικών καταστάσεων σε ΕΛΠ &
IFRSmydarling(ή κατά κόσμον ΔΛΠ).. Χυμένη στην καναπεδάρα μου, πίνω το espressakiμου
και χαζεύω μεσημεριανή τρασίλα στην τβ. Χτυπάει το τηλέφωνο.. Σηκώνω νωχελικά
το ακουστικό..
-«Ναι».
-(Σιωπή).
-«Ναι;»
-Νινάκι εγώ είμαι. Δε με κατάλαβες. Χρόνια πολλά!
-(Ποιος είναι αυτός που με ξέρει και ως Νίνα & σπαμάρει την σιέστα μου 14
Σεπτέμβρη, ημέρα βροχερή..) Θαρρώ πως δε σε κατάλαβα, πες μου ποιος είσαι και
τι κανΣ τώρα, τέΛοΣ. (έχουμε και ένα Σσοπινγκ Σταρ να δούμε, μη χέ$ω).
-Ο Κωστής είμαι, βρε. Ο Κωστής που τα είχαμε ένα καλοκ…..
-(Τα χάπια μου, την τσάντα μου & και ένα ταξί να φύγω. Να πάω να τον εβρώ
προτού μου ξαναφύγει…)
Μιλήσαμε ίσαμε και καμιά ώρα με τον «Κωστή» τον αλήτη! Βρήκε
τυχαία ένα κείμενο στο blogμου από το πάλαι ποτέ, τότε που γούσταρε μια «χωριάτισσα»
και με χώρισε ένα πρωινό-η Παναγία μου, για τα μάτια μιας άλλης.
Και αφού τα είπαμε για τις ζωές μας με τον «Κωστή», παίρνει
βαθιά ανάσα και μου ξεστομά:
-Εγώ να ξέρεις Νινάκι μου ήμουν πεταχτούλης και ναι μεγάλος
κάφρος που σε παράτησα εκείνο το καλοκαίρι του ’12 και σχώρα με αλλά να ξες,
δεν ήτανε «χωριάτισσα» η κοπελιά, από νησί ήταν, νησιώτισσα!..
-‘Αρε Κωστή! Ντουγάνι ήσουν, ντουγάνι παρέμεινες! Εδώ ολόκληρη Τζένη Μ. σημάδεψε την καριέρα της με αυτή την ατακάρα και εσύ κολλάς στο αν η γκόμενα
ήταν από τον κάμπο ή απ’τα βουνά?!
(γέλαγε ο «Κωστής», γέλαγα και εγώ, μη στα πολυλογώ, κανονίσαμε καφέ κατά τις 7
σήμερα στην πλατεία..)
Και πάνω που κλείνω και σηκώνομαι να μπανιαριστώ και να
παρφουμαριστώ για να δω το μανάρι, το τεκνό μετά από 6 χρόνια, χτυπάει το
κινητό. Άγνωστος αριθμός.
-Παρακαλώ?
-Έλα, ο Ντίνος είμαι. Ο Ντίνος της
Μαρίας. Σε πήρα για ευχές! Της Μαρίας καλέ, που ήσασταν συνάδελφοι στο
περιοδικό. Που μας έκανες κατάσταση το ’14. Τότε που γιορτάζαμε του Αγίου
Βαλεντίνου και εσύ μας πείραζες και ξέρναγες καρδούλες που της είχα στείλει
σοκολατάκια σε σχήμα καρδιάς, στο γραφείο. Τώρα με θυμήθηκες ε? Ε άσε Νίνα,
χωρίσαμε με το «Μαράκι»..
(Και έμεινα να ακούω στο ακουστικό το δράμα του «Ντίνου» που μετά από 4 ολάκερα
χρόνια τον χώρισε το Μαράκι γιατί τελευταία χρονιά, στου Αγίου «Βγάλε-Ντίνου»
δεν της έβγαλε τα ρούχα γιατί της έβγαζε τα μάτια κάποιος συνάδελφος απ’ τη
δουλειά..)
(ΑαααΧ. Μεγάλος έρωτας το Μαράκι με τον Ντίνο. Τι να σας λέω.
Τον έκλεισα όπως-όπως τον Ντινάρα, περίμενε και ο Κωστής όχι τίποτα άλλο!)
Μετά μη σας τα πολυσυζητώ, με πήρε και η «Κορίνα η
ζηλιαρόγατα» στην οποία είχα πλέξει το εγκώμιο περί ζήλιας το ’13 σε ένα άρθρο μου
στο blog, και ο «Θωμάς
ο άπιστος» που έναν Αύγουστο τα είχε με τη Βικάρα, άπιστη και αυτή..
Και ο «Ά-Στεγος» με πήρε, που τα είχε με τη Σίσσυ ή αλλιώς
Κασσιανή, ένας παλιός καλός φίλος hip-hopας
που είχε «φάει πακέτο» μαζί της κάποτε και είχε αποτελέσει πηγή της έμπνευσης
μου, όταν το blogμου ήταν στις απαρχές του.
Με πήρε και ο Πάρης με το Νεφελάκι, τα παιδιά που είχαν
γνωριστεί σε εταιρικό μιτινΓκ.. Τι ποια Νεφέλη? Δε θυμάστε τη Νεφέλη που έψηνε
το ψάρι στον Πάρη αλλά τελικά παντρεύτηκαν και μια μέρα την είδα να περπατάει
σα πάπια, περιμένοντας το πρώτο τους παιδί?!
Α, και το Σοφάκι με πήρε, που πολύ είχε ταυτιστεί με μια μου ιστορία και ο Νάσος με πήρε να μου ευχηθεί, το τεκνό που
αποχαιρετούσα τον Ιούλιο του ’15 στο «ΕρΠορτ». Αυτός ντε, που έφυγε για τα
Αραβικά Εμιράτα και τον φάγανε οι μπαμπουίνοι.
Και εκεί που είπα, δε θα ξανασηκώσω τηλέφωνο για απόψε, έχω
να παρφουμαριστώ για τον Κωστή το μανάρι, που θέλω να με δει και να καταλάβει
τι χάνει βεβαίως-βεβαίως, όταν θα του κοτσάρω το μονόπετρο και το βερόνι στο
δεξί που φοράω!! Με παίρνει ο Μπάμπης.
Ο Μπάμπης ο «φλου». Αυτός δε πήρε για να ευχηθεί. Πήρε λέει
για να παραπονεθεί. Γιατί πίστευε ότι ήμασταν φίλοι από το δημοτικό και …
-Ρε Νινάκι εγώ δε περίμενα ποτέ ότι θα πίστευες για εμένα
ότι είμαι ΦΛΟΥ. Πάντα πιωμένος και άνεργος ρε Νινάκι εγώ? Επειδή στα 25 μας,
τότε που βγαίναμε και κλαμπάραμε ως το πρωί έπινα λιγάκι παραπάνω?...
(Κόκκαλο ο Μπάμπης. Πιωμένος ήτανε πάλι..!!!)
«Τι να σου πω ρε Μπάμπη. Εδώ κοτΖαμ τραγούδι γράφτηκε για
την πάρτη σου και εσύ ζητάς από εμένα τα σπασμένα? Τι να πει και ο Γιωργάκης ο πονηρός που αυτά που λέει
δε τα τρως, και ο Γιάννης που σπίτι δίχως αυτόν προκοπή δεν κάμει, και η
Παναγιώταινα που από το ολότελα καλή είναι και αυτή και όποιος εν πάση
περιπτώσει ταυτίζεται κατά καιρούς με στίχους, με τραγούδια, με κείμενα, με
παροιμίες….»
Έλα μη χ€σω! Και εμένα με έκαναν μυθιστόρημακαι μάλιστα τετράτομο, δεν ζω στο Σαλιχλί όμως!
*Τα φιλιά μου στις φαντασμένες σας μουτσούνες.
Ακομπλεξάριστα, με χιούμορ και μια πρέζα κυνισμού!
Να μοιράζεις «καρδούλες»
αντί της αγάπης που δεν είσαι ικανός πια να μοιράσεις.
Να μοιράζεις «καρδούλες» αντί της αγάπης που δε σε αφήνουν πια να μοιράσεις.
ΕΚΕΊ φτάσαμε. Ανοίγω
& ξανα-ανοίγω τα σόσιαλ μίΝτια βαριεστημένα, απλά και μόνο για να μη νιώθω
το κενό που μου αφήνει η απουσία κάποιου με την παρουσία του.
Περιμένω κάθε ημέρα
να πάρω «κάτι» από την «ολοκληρωτική» αγάπη που λέει ότι διαθέτει για εμένα
και κάθε βράδυ, στο τελείωμα της ημέρας, αφήνομαι να πέσω πάλι σε αυτό το κενό
που δημιουργεί η παρουσία του.
Δύο ξένοι στον ίδιο
καναπέ. Δύο μυαλά που περπατούν σε καλά τεντωμένες παράλληλες γραμμές. Που προσπαθούν
επιτηδευμένα να μη κάνουν πολύ «θόρυβο», για να μη ξυπνήσουν το «μωρό» που κοιμάται
μέσα τους. Αυτό το αναρχικό & ανυπότακτο μωρό που αν βάλει τα κλάματα θα ξυπνήσει
μέσα σου όλα τα «μεθυσμένα» ένστικτα, όλες τις «καταπιεσμένες» ανάγκες.
2:30 τα ξημερώματα.
Εγώ να πνίγομαι από υπερένταση. Προσπαθώ να μην ανασαίνω για να μη ξυπνήσω το… «μωρό».
Και αυτός δίπλα μου να ροχαλίζει.
Έχω κάποιες «καρδούλες»
στριμωγμένες στην καρδιά μου. Δε ξέρω τι να τις κάνω.
Να, πάρε μια «καρδούλα»
εσύ φίλη μου, για τη φώτο σου από τις υπερ-γαμάτες σου διακοπές.
Να, πάρε και εσύ
μια «καρδούλα» φίλε μου, για τα ποντίκια που φουσκώνεις Αυγουστιάτικα στα γυμναστήρια.
Πάρτε καρδούλες όλοι
σας οΡέ, σε ίνΣταγκραμ & φεισΜπούκια, μιας & «το αγόρι μου κοιμάται, μη
σας λέω, ΜΗ μιλάτε…»
Μοιράζονται «καρδούλες»
εδώ, για την «αγάπη» την άχρωμη, την ρεαΛιστιΚιά, μιας και η άλλη μας έκατσε βαριά...