Μέλη

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

"Ο Μπάμπης ο ΦΛΟΥ"




Παρασκευή 4.10μ.μ. Τυχαίνει να έχω σήμερα τα γενέθλια μου, πατάω τα πρώτα –άντα. (α-σχο-λι-α-στο…) Έχω βαρέσει 20 μέρες άδεια να ξελαμπικάρω και να στρώσει το μυαλό, μετά από ένα καλοκαίρι μιξαρισμένο με φορολογικές δηλώσεις νομικών προσώπων, ισολογισμούς και non-stop hits οικονομικών καταστάσεων σε ΕΛΠ & IFRS my darling(ή κατά κόσμον ΔΛΠ)..  Χυμένη στην καναπεδάρα μου, πίνω το espressaki μου και χαζεύω μεσημεριανή τρασίλα στην τβ. Χτυπάει το τηλέφωνο.. Σηκώνω νωχελικά το ακουστικό..

-«Ναι».
-(Σιωπή).
-«Ναι;»
-Νινάκι εγώ είμαι. Δε με κατάλαβες. Χρόνια πολλά!
-(Ποιος είναι αυτός που με ξέρει και ως Νίνα & σπαμάρει την σιέστα μου 14 Σεπτέμβρη, ημέρα βροχερή..) Θαρρώ πως δε σε κατάλαβα, πες μου ποιος είσαι και τι κανΣ τώρα, τέΛοΣ. (έχουμε και ένα Σσοπινγκ Σταρ να δούμε, μη χέ$ω).
-Ο Κωστής είμαι, βρε. Ο Κωστής που τα είχαμε ένα καλοκ…..
-(Τα χάπια μου, την τσάντα μου & και ένα ταξί να φύγω. Να πάω να τον εβρώ προτού μου ξαναφύγει…)

Μιλήσαμε ίσαμε και καμιά ώρα με τον «Κωστή» τον αλήτη! Βρήκε τυχαία ένα κείμενο στο blog μου από το πάλαι ποτέ, τότε που γούσταρε μια «χωριάτισσα» και με χώρισε ένα πρωινό-η Παναγία μου, για τα μάτια μιας άλλης.

Και αφού τα είπαμε για τις ζωές μας με τον «Κωστή», παίρνει βαθιά ανάσα και μου ξεστομά:

-Εγώ να ξέρεις Νινάκι μου ήμουν πεταχτούλης και ναι μεγάλος κάφρος που σε παράτησα εκείνο το καλοκαίρι του ’12 και σχώρα με αλλά να ξες, δεν ήτανε «χωριάτισσα» η κοπελιά, από νησί ήταν, νησιώτισσα!..
-‘Αρε Κωστή! Ντουγάνι ήσουν, ντουγάνι παρέμεινες! Εδώ ολόκληρη Τζένη Μ. σημάδεψε την καριέρα της με αυτή την ατακάρα και εσύ κολλάς στο αν η γκόμενα ήταν από τον κάμπο ή απ’τα βουνά?!
(γέλαγε ο «Κωστής», γέλαγα και εγώ, μη στα πολυλογώ, κανονίσαμε καφέ κατά τις 7 σήμερα στην πλατεία..)

Και πάνω που κλείνω και σηκώνομαι να μπανιαριστώ και να παρφουμαριστώ για να δω το μανάρι, το τεκνό μετά από 6 χρόνια, χτυπάει το κινητό. Άγνωστος αριθμός.

-Παρακαλώ?
-Έλα, ο Ντίνος είμαι.  Ο Ντίνος της Μαρίας. Σε πήρα για ευχές! Της Μαρίας καλέ, που ήσασταν συνάδελφοι στο περιοδικό. Που μας έκανες κατάσταση το ’14. Τότε που γιορτάζαμε του Αγίου Βαλεντίνου και εσύ μας πείραζες και ξέρναγες καρδούλες που της είχα στείλει σοκολατάκια σε σχήμα καρδιάς, στο γραφείο. Τώρα με θυμήθηκες ε? Ε άσε Νίνα, χωρίσαμε με το «Μαράκι»..
(Και έμεινα να ακούω στο ακουστικό το δράμα του «Ντίνου» που μετά από 4 ολάκερα χρόνια τον χώρισε το Μαράκι γιατί τελευταία χρονιά, στου Αγίου «Βγάλε-Ντίνου» δεν της έβγαλε τα ρούχα γιατί της έβγαζε τα μάτια κάποιος συνάδελφος απ’ τη δουλειά..)

(ΑαααΧ. Μεγάλος έρωτας το Μαράκι με τον Ντίνο. Τι να σας λέω. Τον έκλεισα όπως-όπως τον Ντινάρα, περίμενε και ο Κωστής όχι τίποτα άλλο!)

Μετά μη σας τα πολυσυζητώ, με πήρε και η «Κορίνα η ζηλιαρόγατα» στην οποία είχα πλέξει το εγκώμιο περί ζήλιας το ’13 σε ένα άρθρο μου στο blog, και ο «Θωμάς ο άπιστος» που έναν Αύγουστο τα είχε με τη Βικάρα, άπιστη και αυτή..

Και ο «Ά-Στεγος» με πήρε, που τα είχε με τη Σίσσυ ή αλλιώς Κασσιανή, ένας παλιός καλός φίλος hip-hopας που είχε «φάει πακέτο» μαζί της κάποτε και είχε αποτελέσει πηγή της έμπνευσης μου, όταν το blog μου ήταν στις απαρχές του.

Με πήρε και ο Πάρης με το Νεφελάκι, τα παιδιά που είχαν γνωριστεί σε εταιρικό μιτινΓκ.. Τι ποια Νεφέλη? Δε θυμάστε τη Νεφέλη που έψηνε το ψάρι στον Πάρη αλλά τελικά παντρεύτηκαν και μια μέρα την είδα να περπατάει σα πάπια, περιμένοντας το πρώτο τους παιδί?!

Α, και το Σοφάκι με πήρε, που πολύ είχε ταυτιστεί με μια μου ιστορία και ο Νάσος με πήρε να μου ευχηθεί, το τεκνό που αποχαιρετούσα τον Ιούλιο του ’15 στο «ΕρΠορτ». Αυτός ντε, που έφυγε για τα Αραβικά Εμιράτα και τον φάγανε οι μπαμπουίνοι.

Και εκεί που είπα, δε θα ξανασηκώσω τηλέφωνο για απόψε, έχω να παρφουμαριστώ για τον Κωστή το μανάρι, που θέλω να με δει και να καταλάβει τι χάνει βεβαίως-βεβαίως, όταν θα του κοτσάρω το μονόπετρο και το βερόνι στο δεξί που φοράω!! Με παίρνει ο Μπάμπης.

Ο Μπάμπης ο «φλου». Αυτός δε πήρε για να ευχηθεί. Πήρε λέει για να παραπονεθεί. Γιατί πίστευε ότι ήμασταν φίλοι από το δημοτικό και …

-Ρε Νινάκι εγώ δε περίμενα ποτέ ότι θα πίστευες για εμένα ότι είμαι ΦΛΟΥ. Πάντα πιωμένος και άνεργος ρε Νινάκι εγώ? Επειδή στα 25 μας, τότε που βγαίναμε και κλαμπάραμε ως το πρωί έπινα λιγάκι παραπάνω?...
(Κόκκαλο ο Μπάμπης. Πιωμένος ήτανε πάλι..!!!)

«Τι να σου πω ρε Μπάμπη. Εδώ κοτΖαμ τραγούδι γράφτηκε για την πάρτη σου και εσύ ζητάς από εμένα τα σπασμένα? Τι να πει και ο Γιωργάκης ο πονηρός που αυτά που λέει δε τα τρως, και ο Γιάννης που σπίτι δίχως αυτόν προκοπή δεν κάμει, και η Παναγιώταινα που από το ολότελα καλή είναι και αυτή και όποιος εν πάση περιπτώσει ταυτίζεται κατά καιρούς με στίχους, με τραγούδια, με κείμενα, με παροιμίες….»

Έλα μη χ€σω! Και εμένα με έκαναν μυθιστόρημα  και μάλιστα τετράτομο, δεν ζω στο Σαλιχλί όμως!

*Τα φιλιά μου στις φαντασμένες σας μουτσούνες. Ακομπλεξάριστα, με χιούμορ και μια πρέζα κυνισμού!



Παρασκευή 3 Αυγούστου 2018

Μοιράζονται «καρδούλες» εδώ




Να μοιράζεις «καρδούλες» αντί της αγάπης  που δεν είσαι ικανός πια να μοιράσεις.
Να μοιράζεις «καρδούλες» αντί της αγάπης που δε σε αφήνουν πια να μοιράσεις.

ΕΚΕΊ φτάσαμε. Ανοίγω & ξανα-ανοίγω τα σόσιαλ μίΝτια βαριεστημένα, απλά και μόνο για να μη νιώθω το κενό που μου αφήνει η απουσία κάποιου με την παρουσία του.

Περιμένω κάθε ημέρα να πάρω «κάτι» από την «ολοκληρωτική» αγάπη που λέει ότι διαθέτει για εμένα και κάθε βράδυ, στο τελείωμα της ημέρας, αφήνομαι να πέσω πάλι σε αυτό το κενό που δημιουργεί η παρουσία του.

Δύο ξένοι στον ίδιο καναπέ. Δύο μυαλά που περπατούν σε καλά τεντωμένες παράλληλες γραμμές. Που προσπαθούν επιτηδευμένα να μη κάνουν πολύ «θόρυβο», για να μη ξυπνήσουν το «μωρό» που κοιμάται μέσα τους. Αυτό το αναρχικό & ανυπότακτο μωρό που αν βάλει τα κλάματα θα ξυπνήσει μέσα σου όλα τα «μεθυσμένα» ένστικτα, όλες τις «καταπιεσμένες» ανάγκες.

2:30 τα ξημερώματα. Εγώ να πνίγομαι από υπερένταση. Προσπαθώ να μην ανασαίνω για να μη ξυπνήσω το… «μωρό». Και αυτός δίπλα μου να ροχαλίζει.

Έχω κάποιες «καρδούλες» στριμωγμένες στην καρδιά μου. Δε ξέρω τι να τις κάνω.

Να, πάρε μια «καρδούλα» εσύ φίλη μου, για τη φώτο σου από τις υπερ-γαμάτες σου διακοπές.

Να, πάρε και εσύ μια «καρδούλα» φίλε μου, για τα ποντίκια που φουσκώνεις Αυγουστιάτικα στα γυμναστήρια.

Πάρτε καρδούλες όλοι σας οΡέ, σε ίνΣταγκραμ & φεισΜπούκια, μιας & «το αγόρι μου κοιμάται, μη σας λέω, ΜΗ μιλάτε…»

Μοιράζονται «καρδούλες» εδώ, για την «αγάπη» την άχρωμη, την ρεαΛιστιΚιά, μιας και η άλλη μας έκατσε βαριά...




Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Ένας πελαργός τον Αύγουστο



Εσύ να κρατάς στα χέρια σου το τεστ εγκυμοσύνης, περιτριγυρισμένη από 5-6 φίλες σου, οι οποίες μόλις τους ανακοινώνεις ότι είσαι soon to be μαμά, τσιρίζουν ενθουσιασμένες. Άλλη ουρλιάζει, άλλη κλαίει, άλλη έχει ήδη προσθέσει στο ηλεκτρονικό καλάθι φορμάκια για νεογέννητα, άλλη έχει βλέμμα σοβαρό, οσάν άλλη Πυθία, μασάει την τσίχλα της, υπολογίζει γόνιμες ημέρες, ημέρα σύλληψης, ΠΗΤ και βγάζει πρόχειρους αστρολογικούς χάρτες, κυρίαρχους πλανήτες ωροσκόπου, Σελήνη σε Καρκίνο, Άρης και Δίας σε Ιχθείς, Κρόνο σε Ταύρο και όπα ΣΤΑΣΟΥ: WHAT THE FU*K, Πλούτωνας σε Αιγόκερω? Όλες έχουν παγώσει από τη θέση του πλανήτη, όλα γύρω σου γυρίζουν, σκέψεις, λέξεις, σχέσεις, όλα.. και η στιγμή μοιάζει σκηνή από χολιγουντιανή chick flick ταινία. 


#ΝΟΤ

Στην πραγματική σκηνή του μονόπρακτου εσύ κρατάς το τεστ εγκυμοσύνης. Το κοιτάς. Το ξανακοιτάς. Γραμμές δύο. Ροζ παλ η μια, ροζ μπον-μπον η άλλη, οι οδηγίες το έγραφαν ξεκάθαρα.. τουτ’ έστιν «έγκυος». Περιφέρεσαι σα το ζόμπι ως το σαλόνι, στον καναπέ βρίσκεται χυμένος ο φίλος σου, σε κατάσταση νιρβάνας.  Πάνο μου, κοίτα εδώ. Το κοιτάει, τον κοιτάς, σε κοιτάει, το κοιτάτε και ψάχνετε ποιος θα κάνει τη «μάνα» στην κολοκυθιά και ποιος τα «κολοκύθια»..

Όλοι με καθησύχαζαν ότι αυτοί οι 9 μήνες που θα διένυα είναι οι πιο όμορφοι μήνες της ζωής μιας γυναίκας. Οκ. Να το πιστέψω είπα, δεν ήξερα, αλλά ρώταγα. Και όσο ρώταγα, μάθαινα, και όσο πέρναγαν οι εβδομάδες έβλεπα αλλαγές να μου συμβαίνουν που ξεπετιόντουσαν σα τα μανιτάρια και εμένα κάτι μέσα μου, μου δήλωνε ότι «θα περάσουμε δύσκολα μανίτσα μου.»

Το πρώτο σοκ έρχεται όταν τα πρηξίματα περιόδου που νιώθεις, σηκώνουν απαγορευτικό στο να φορέσεις την καινούργια κολλητή φούστα-φάκελο που είχες αγοράσει με χαμόγελο ως τα αυτιά. Ήμουν θυμάμαι στις πρώτες εβδομάδες ακόμα, όταν ένα μεσημέρι μετά το φαγητό στη δουλειά, πήγα στο μπάνιο, άνοιξα το κουμπί στο office παντελόνι μου και  ένιωσα ευγνωμοσύνη που είχα φορέσει μια φαρδιά πουκαμίσα που κάλυπτε την τουμπανιασμένη μου, ανύπαρκτη τότε, κοιλιά. Αρχικά σκέφτηκα ότι θα έφταιγαν οι φακές, ε ναι, δεν είχαν πολύ λάδι, δεν έφαγα και πολλά παξιμάδια και αυτό ήταν παιδί μου, δεν θέλανε πολύ οι άτιμες να σε φουσκώσουν. ΑΜ ΔΕ. Το κουμπί στα παντελόνια μου δεν έκλεισε ποτέ ξανά. Το νούμερο 36, έπεσε ηρωικά μετά από 3 εβδομάδες, όταν αποφάσισα να κάνω ανανέωση στην γκαρνταρόμπα μου και να ψωνίσω 1-2 πιο άνετα παντελονάκια, νούμερο 38. Αλλά και αυτό το νούμερο δεν κράτησε πολύ, καθώς όσο έμπαινα εγώ μέσα στα παντελόνια τόσο δυσφορούσε η κοιλίτσα και ζορίζονταν τα λάστιχα των παντελονιών. Μήνας Μάρτης, γδάρτης και παλουκοκαύτης.

Και δεν ήταν μόνο τα ρούχα μανίτσα μου, ήταν αυτή η περίεργη πρωινή ανακατοσούρα, που τέτοια δεν είχα ούτε όταν πήγαινα σουρωμένη από ξενύχτι, έχοντας πιει το Βόσπορο, στη δουλειά. Και να οι εμετοί, να οι ζαλάδες, οσάν να είσαι στο μπΛου σταρ Μύκονος με 9 μποφόρ απάνω σε κοθόρνους, να οι λιγούρες που μου γύριζαν το μάτι και νόμιζα θα γίνω ανθρωποφάγος αν δεν είχα φαγητό την ώρα που το ήθελα στην ποσότητα που ήθελα. Ήταν και ο φουκαριάρης ο άντρας μου που είχε μάθει πάντα να παραγγέλνουμε για δύο και να τα τρώει όλα μόνος του μέχρι εκείνο το βράδυ που με έβγαλε έξω για φαγητό, σε κρισάρα πείνας μου και γούρλωσε το μάτι σκιαγμένος όταν ενώ είχε τσιτώσει  πατάτα τηγανητή και φέτα στο πιρούνι, του φωνάζω απειλητικά «άσε κάτω την πατάτα Παναγιώτη, αυτή θα την φάω ΕΓΩ».

Και πέρασε ο Απρίλης και άνοιγε ο καιρός και μαζί του «άνοιγε» και η περιφέρεια, και η κάτω και η πάνω και οι βυζοθήκες πια ξεχείλιζαν, εκεί να δεις σοκάρα, όταν μέσα σε ένα βράδυ του Ιούνη ανέβηκα 3 πατώματα σουτιέν και μέτραγα απανωτά εγκεφαλικά μέχρι να συνέλθω. Για τα παντελόνια δε το συζητώ, αυτά εξοστρακίστηκαν και πήγα σε εποχή προ γυναικείας επανάστασης, όπου στη ντουλάπα υπήρχαν μόνο φορέματα, φαρδιά και άκομψα να μη διαγράφουν κοιλιές και άναρχες καμπύλες που ως τότε δεν υπήρχαν ούτε κατά φαντασία.

«Δυόμιση και εγώ περιμένω, τρεις και ακόμα μόνος μου μένω», όταν ένα βράδυ σε μια μεταμεσονύχτια ξ-αγρυπνία μου, έχοντας την αβάσταχτη ανάγκη να πάω προς νερού μου, έδωσα εντολή στο σώμα να γυρίσει και να σηκωθεί και αυτό καθόταν σα κοτρώνα πάνω στο στρώμα μου. Το «χτύπημα» ήρθε από πίσω μου, όταν ο Πανίκος, μου έδωσε μια σπρωξιά για να καταφέρω να γυρίσω στο πλάι και να σηκωθώ. Από τότε σηματοδοτείται η έναρξη του παιχνιδιού «βαρελάκια» στο κρεβάτι» και «τι σου κάνω μάναΜ» - «με Ζμπρώχνεις για να σηκωθώ και να μη κατουρηθώ επιτοΠέως». Βέβαια αυτά πλέον, στο τελευταίο τέρμινο του 9μηνου έχουν εμπλουτιστεί με επιφωνήματα «μισό να βαστήξω τοίχο» ή «Ζμπρώξε γερά να σηκωθώ» αλλά και με χορευτικές κινήσεις ποδιών αλά κατσαρίδα που έχει γυρίσει τανάΣκελο πρωτού ξεψυχίσει και παλεύει να ντελαπάρει αλλιώς μπας και καταφέρει να το βάλει στα πόδια….

Και καλά τα γράφω να γελάσουμε, αλλά βάλε στο νου σου, ότι καμιά φοράδα από αυτές που γεννήσανε δε μου είπε ποτέ, ότι η αυτονομία μου χωρίς τουαλέτα θα είναι max στο τέταρτο της ώρας, πως θα ψάχνω σαν εξαρτημένη τουαλέτα να κατουρήσω, πως θα έχω το «γοητευτικό» περπάτημα της πάπιας, πως θα με ρυμουλκούν για να σηκωθώ από καναπέδες και κρεβάτια, πως τα άλλοτε καλαμάκια που είχα για πόδια, αν τα αφήνω ώρα κρεμασμένα ή όρθια έρχονται και γίνονται λουκάνικα Φρανκφούρτης, πως στη ζέστη θα πρέπει να αγκαλιάζω ανεμιστήρες και κλιματιστικά για να μη βρεθώ τανάσκελο λόγω χαμηλής πίεσης.. Να πω και άλλα?

«Ορκίζομαι κύριε δικαστά μου ότι δε θα ξαναφάω τα βράδια. Και εκείνο το σουβλάκι που χτύπησα προχθές, ανάθεμα το. Και την pizza for vegans που δοκίμασα παραπροχθές και αυτή τρισανάθεμα τη. Και τα ποπ κορν που είχα τσιμπήσει ένα βράδυ δειλά στο σινεμά, αυτά να καούν στην κόλαση παρέα με το βούτυρο τους. Και ένα τοστάκι  που παραστράτησα και έφαγα ένα βράδυ, πριν τις 9μμ θα θελα να τονίσω, κύριοι ένορκοι, στο πυρ το εξώτερο να πάει και αυτό το σαφρακιασμένο.» Διότι δεν ξέρεις τι θα πει καούρα φίλε μου, μέχρι τη στιγμή που θα νιώσεις στη κοιλιά σου ένα μωρό να κλωτσάει σαν τον Ροναλντίνιο και στο στομάχι σου ένα δράκο, να βγάζει φωτιές και να βρυχάται, όχι για μια, όχι για δύο, αλλά για τουλάχιστον ΤεΣσεΡις ώρες, στερώντας σου το δικαίωμα του ανάλαφρου ύπνου…

Μου μυρίζουν κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές. Και εγώ ΠΕΙΝΑΩ. ΕΓΩ πεινάω? Ή μήπως ΑΥΤΌ πεινάει? Αυτόοοο το alien που κατοικεί εντός μου, που έχει αράξει την πέτσα του και έχει κάνει τη μανούλα χοντρή και δυσκίνητη, σα τη Ρόζα τη μπουλντόζα…

Ήμασταν στο σημείο με τους κεφτέδες. Με μπόλικο δυόσμο κουλουπου κουλουπου. Όχι τηγανιτοί, στο φούρνο. Fο-κεφτέδες. Ένα πράμα σα τα fo bijoux να’ ούμε. Έξω η θερμοκρασία αγγίζει τους 40 βαθμούς. Έχω δίπλα μου ένα ημερολόγιο και κάθε μέρα μετράω εβδομάδες, σα το φυλακισμένο. Βδομάδες να μετράτε μικρές μου φοράδες. Οι μήνες μοιάζουν μακρινοί και οι ημέρες ύπουλα πολλές. Βδομάδες. Και άμα οι εβδομάδες πέσουν κάτω από τις 10, το σίγουρο είναι ότι εσείς θα νιώθετε πως έχετε φάει και το γάιδαρο, και τη σέλα και τη φαμίλια του γαιδάρου και τα τριτοξάδερφα του γαιδάρου αλλά το μουλάρι θα βγει, που θα πάει.. θα βγει..

Λευτεριά στις γκαστρωμένες!





Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

“the dinner is served, sir”



Είμαι μια μηχανή. Ρυθμισμένη να δουλεύω στην αυτόματη επιλογή για τουλάχιστον πέντε ημέρες της εβδομάδας.

Ξυπνάω κάθε μέρα στις 7 παρά 10 π.μ.. Κάποιες φορές μου επιτρέπεται να πατάω «αναβολή» στο ξυπνητήρι και να χουζουρεύω μέσα στην αγκαλιά του φίλου μου για ακόμη 5, αυστηρά 10 λεπτά.

Σηκώνομαι, πλένω τα μούτρα μου με κρύο νερό μήπως καταφέρω να συνέλθω από την μισοκοιμισμένη κατάσταση, πατάω το κουμπί της εσπρεσιέρας, αναβοσβήνει μερικές φορές, «περίμενε να ζεστάνω το νερό» μου λέει βαριεστιμένα, και μόλις μου δώσει σήμα ότι ζεστάθηκε, ζουπάω πάλι το κουμπί της και αναμένω τη δύναμη του espresso να ξεχυθεί στο ποτήρι μου.

10 λεπτά στον καναπέ, αρκετά για να πιώ το εσπρεσάκι. Κάνω μπάνιο, διαλέγω τα ρούχα μου, τα φοράω,  παστρώνω τη μούρη μου με make up, ρουζ, μάσκαρα, βάλε και το μολύβι των χειλιών, πέτα και το ασορτί κραγιόν .. Πετάω μια τη τσάντα με το επαγγελματικό λάπτοπ στο πορτ-μπαγκάζ, μια τη γυναικεία τσάντα με τα απαραίτητα που σούρνει μαζί της κάθε γυναίκα σε κάθε έξοδο, μια και στο τσαντικό με το φαγητό της ημέρας και βάζω μπροστά τη μηχανή του αυτοκινήτου.

Η ώρα είναι 9.30 π.μ. και η «μηχανή σας ζεσταίνεται κύριε και είναι έτοιμη προς χρήση». Η μηχανή ξέρει να γράφει σε pιcιά, να στέλνει κατανοητά e-mail, να λύνει απορίες, να «γεννάει» άλλες, να τις λύνει και αυτές, να απαντάει σε προφορικές ερωτήσεις, να ετοιμάζει αναφορές, να διορθώνει αναφορές, να κάνει αλλαγές κατά τις απαιτήσεις των άλλων…

Η μηχανή έχει ήδη «πάρει φωτιά κύριε». Το ρολόι δείχνει 3 παρά το μεσημέρι. Δεν πεινάει ακόμα η μηχανή σας κύριε. Ή ακόμα και να πεινάει, σφίγγει το στομάχι από αγωνία, μην της «πετάξουν» κανένα «μπαλάκι» που δε καταφέρει να πιάσει, και «τι θα πει ο κύριος μετά;;;».

4 παρά απογευματινές, και ξεχάστηκε η μηχανή μέχρι και τον καφέ της να πιεί, που είχε φτιάξει από το πρωί. Μήτε καφέ, μήτε νερό, καταπίνει τη γλώσσα της και δαγκώνεται και κρυφά σταυροκοπιέται μη κάνει κανένα λάθος και την αντικαταστήσουν πάραυτα με μια άλλη μηχανή πιο καλογυαλισμένη και πιο γρήγορη, updated έκδοση να ’ούμε.

5.30 μ.μ. και η μηχανή όπως πάντα «στις υπηρεσίες σας, κύριε». Μια τζούρα καφέ, χωρίς ζάχαρη όπως πάντα, γιατί ξέρατε ότι η ζάχαρη σε μηχανές ακινητοποιημένες όλη την ημέρα σε μια καρέκλα, προκαλεί συσσωρευμένο «λίπος» που τις οδηγεί σε ατοπική δυσλειτουργία;;;;

7 και 45 μ.μ., η μηχανή δείχνει να «μυρίζει» καμένο λάδι, τα μάτια της κατακόκκινα και δακρυσμένα από τις ατελείωτες ώρες «διαλογής» με την οθόνη του υπολογιστή, και κάπου-κάπου να, ξεπετιούνται και καπνοί.

Βλέπει τους καπνούς μια μηχανή παραδίπλα, δείχνει να ανησυχεί και ρωτάει «είσαι καλά; Θες ένα ποτήρι νερό;» .. Πίνω λίγο νερό, κάνω πως συνέρχομαι και ξαναπατάω το start, για να συνεχίσω τη διανομή των υποχρεώσεων.

9 και κάτι μ.μ. βάζω τη μηχανή του αυτοκινήτου μπροστά και τραβάω προς το σπίτι. Περίπου μια ώρα και κάτι ψηλά μετά, βρίσκομαι εκεί, πίσω. Με περιμένει ο φίλος μου, μηχανή γένους αρσενικού, μοντέλο του ’88, σε μελαχρινές αποχρώσεις 1800 κυβικά. Τούρμπο πράγμα, εξατάχυτο, όχι αστεία..

Έχουμε ραντεβού να συναντηθούμε στις 10 με 10:15 μ.μ., αφού κάνω πρώτα ένα μπάνιο να φύγουν τα καμένα λάδια από πάνω μου και αφού φάω κάτι να «λαδώσω» το αυθάδες στομάχι μου για να πάψει επιτέλους να παραπονιέται.

10:15 μ.μ. Η ώρα μας αγάπη μου. Η ώρα που συναντιούνται οι μηχανές. Πατάνε pause στα αψεγάδιαστα γρανάζια τους, ανοίγουνε τα «μέσα τους» και θυμούνται πως είναι άνθρωποι.

Σε κοιτάζω στα μάτια, σου λέω πόσο πολύ σε αγαπώ, πόσο μου έλειψες όλη την ημέρα, ανοίγεις την αγκαλιά σου με κρύβεις μέσα της και ξεκινάς να με χαϊδεύεις. Λίγα λεπτά μετά, είναι δεν είναι συνήθως 11 μ.μ. η τηλεόραση παίζει την αγαπημένη μας σειρά και νιώθω τα χέρια σου που απλώνουν με προσοχή μη με ξυπνήσουν, μια ζεστή κουβέρτα πάνω στο «άψυχο» μου σώμα….

Είμαι μια μηχανή. Ρυθμισμένη να δουλεύω στην αυτόματη επιλογή για τουλάχιστον πέντε ημέρες της εβδομάδας.

Ξυπνάω κάθε μέρα στις 7 παρά 10 π.μ.. Κάποιες φορές μου επιτρέπεται να πατάω «αναβολή» στο ξυπνητήρι και να χουζουρεύω μέσα στην αγκαλιά του φίλου για ακόμη 5, αυστηρά 10 λεπτά…..

Τόσος ήταν ο χρόνος μας αγάπη μου. Μεταξύ 10:15μ.μ. και 11:00 μ.μ. Υπάρχουν βέβαια και οι ανταρσίες που κάνουμε, διεκδικώντας λίγο παραπάνω ώρα ο ένας με τον άλλον. Οι φορές που ως άνθρωποι παλεύουμε να αντέξουμε ως τις 12.30 π.μ. βαριά 01:00 π.μ. ώστε να πούμε ότι «κοιταχτήκαμε» λιγάκι παραπάνω ίσα για να μη ξεχάσει ο ένας τα μάτια του άλλου. Και είναι αυτές οι φορές που την επόμενη η «μηχανή» υπολειτουργεί και ζητάει «συγνώμη για το λάθος που της ξέφυγε κύριε, ξέρετε φταίει το χθεσινό ξενύχτι, δε θα επαναληφθεί»…

Είμαι μια μηχανή. Ρυθμισμένη να δουλεύω στην αυτόματη επιλογή για τουλάχιστον πέντε ημέρες της εβδομάδας…

Στις διαταγές σας κύριε…

Ας πάνε στο διάολο οι άνθρωποι, οι σχέσεις, οι φιλίες, οι αγάπες, οι έρωτες, οι οικογένειες, τα όνειρα, οι ελπίδες….

Είμαι μια μηχανή εγώ.. “and the dinner is already served, sir”…..







  

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

Καm on, λετ ιτ go



Σκηνή πΡώΤη.

Πάρης και Νεφέλη. Κρας μιτινγκ σε εταρικό event. Συναντήθηκαν τα βλέμματα τους όπως μιλούσαν με άλλους συναδέλφους και για λίγο κολλήσανε. Κάνανε να πάρουν τα μάτια τους ο ένας από τον άλλον μα όλως τυχαίως ξανασυναντηθήκανε. Του έσκασε το Νεφελάκι ένα χαμόγελο, γύρισε την πλάτη της και δοκίμασε τάχα ανέμελη λίγο από το λευκό κρασί που κρατούσε στο χέρι της.

Το add δεν άργησε να έρθει και το τσατινγκ ξεκίνησε κάπως αμήχανα, αλλά κατέληξε σε ραντεβού δύο μέρες μετά για ταινία στο σινεμά. Αλμοδόβαρ (?) πρότεινε το Νεφελάκι να του χαλάσουμε το χατίρι να’ ούμε?

Και καθώς ρουφούσε μηχανικά την κόκα-κόλα του, κάπου στα μισά της ταινίας απλώνει το χέρι του ο Πάρης και ψάχνει το χέρι της Νεφέλης..

Σκηνή 2.

«Ανοίξανε οι ουρανοί και κλαίνε, Για τον εγωϊσμό μας όλοι λένε» σιγοτραγουδάει η Παπαρίζου στο ράδιο και μαζί της έκλαιγε και ο Πάρης γιατί το χέρι της Νεφέλης ήτανε βαρύ και τον «χαστούκιζε» ανελέητα κάθε φορά που της πρότεινε να την πάει για καφέ, φαγητό, έστω ένα σούσι βρε αδερφέ και αυτή του φώναζε το «όχι» το επαναστατικό μια γιατί είχε δουλειά ως αργά, μια γιατί γιόρταζε ο κολλητός της, μια ο αδερφός της, μιας ο γάτος της..

Ο καιρός περνούσε και όλο και πιο πολύ κολλούσε, αντί να ξεκολλήσει, μαζί της. Μια κρύο, μια ζέστη, μια θέλω, μια δε μπορώ, μια δε νιώθω έτοιμη γιατί έχω βγει από σχέση, μια θέλω να «βγαίνω, να πίνω και λόγο να μη δίνω», είδε και απόειδε ο Πάρης, μάζεψε τα μπογαλάκια του και αποχώρησε.

Σκηνή 15 επεισόδια μετά.

Μετά από πολλά σκωτσέζικα ντουζ, και θέλω και δε θέλω και έτσι και γιουβέτσι, χτυπάει το τηλέφωνο ένα πρωί, 9 παρά. «Νεφέλη».
-Νεφέλη?
-… Πήρα να δω τι κάνεις..
-Καλά.
-Σε σκεφτόμουν…

Σκηνή 16.

Βγαίνουν για πολλοστή φορά. Μοτίβο πολυπαιγμένο. Ραντεβού για καφέ στην πλατεία στις 2. Ο καφές γίνεται φαγητό κατά τις 6 και κάτι. Το φαγητό σηκώνει μπύρα μετά με συνοδευτικό το ξυροκάρπιο και το ρολόι σημαίνει 4 παρά τη νύχτα. Και η κουβέντα δεν τελειώνει. Και κοιτιούνται χωρίς φόβο με πολύ πάθος. Και γυρνάνε μαζί σπίτι του…

Σκηνή 17.

Μας τον ζάλισες τον έρωτα γλυκό μας Νεφελάκι. Χθες βράδυ ήσουνα φωτιά που μου καίει τα σωθικά και σήμερα είσαι λαύρα και μου προκαλείς ζαλάδα με τα «δεν είμαι σε mood σχέσης».

Σκηνή 18.

Πάρης καίει το σενάριο να είναι με Νεφέλη, παίρνει τηλέφωνο Νεφέλη, κράζει Νεφέλη, Νεφέλη ζητάει χρόνο να σκεφτεί, «μη γίνεσαι μαλάκας ρε Πάρη κατάλαβε πως νιώθω», Πάρης «άντε γαμ#σου Νεφελάκι, δε ξέρεις τι θες, κάτσε και σκέψου και μη με ξαναπάρεις αν δεν είσαι σίγουρη ότι θες εμένα και μόνο εμένα σε όλη την ολότητα του είναι σου…….». Ήχος σιωπής - «σου έκλεισα το τηλέφωνο στα μούτρα, σημειώσατε 3-0 Νεφελάκι»…

Pause στη σκηνή 18. Επικρατεί αναρχία στο μυαλό της Νεφέλης. «.. σε όλη την ολότητα του είναι σου…» Τα λόγια του περιστρέφονταν μια ολόκληρη βδομάδα στο μυαλό της. Δεν είναι πως δεν τον ήθελε, από την πρώτη κιόλας στιγμή που τον είδε. Τον σκεφτόταν τα πρωινά που οδηγούσε για δουλειά, τα απογευματόβραδα που γύριζε κομμάτια σπίτι, σε βραδινές εξόδους με φίλους μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.. Πολλές φορές έσκαγε στο πρόσωπο της ασυναίσθητα ένα γλυκό χαμόγελο όταν θυμόταν το άρωμα του, το άγγιγμα του. Και αυτή η φωνή του. Αχ, αυτή η φωνή του η ήρεμη, η μπάσα. Και τα χέρια του, ω Θεέ μου τι χέρια. Μια τεράστια ζεστή αγκαλιά..

Fast forward, μια βδομάδα ξενύχτησε το Νεφελάκι, αράδιασε όσες γαμωσκέψεις-ταμπού περί σχέσεων την βασάνιζαν τον τελευταίο χρόνο που απολάμβανε την εργένικη ζωή της, τις έβαλε σε τάξη και…

Σκηνή …26.

Περνάνε καμιά δεκαριά μέρες και συναντάει η Νεφέλη τον Πάρη στη δουλειά. Αγοράζει διπλό καπουτσίνο με κανέλα «βάλτε αρκετή παρακαλώ» για να θυμίζει ριζόγαλο, θα συμπληρώσω εγώ, και αφήνει την διασταύρωση μπουγάτσας με καφέ στο γραφείο του Πάρη με ένα πόστ-ιτ «let’s try και όπου βγει, καλημέρα! J»

Σκηνή … 2 & κάτι, χρόνια μετά.

Πέτυχα τη Νεφέλη, χοντρή σαν αγελάδα, στον δρόμο, να βαριανασαίνει και να «γκρινιάζει» αστειευόμενη, πως για όλα «φταίει» πρώτα ο Πάρης και μετά αυτό το ποστ-ιτ που του είχε άφησε εκείνο το πρωί!

Κόντευε 9 μηνών έγκυος. Χαμογελούσε πανευτυχής. Μου μίλησε για τα ταξίδια που κάνανε πιασμένοι χέρι-χέρι, τις τρέλες και τα πειράγματα που γέμιζαν την καθημερινότητα τους, την συγκατοίκηση που έγινε θεσμός(!), την πρόταση γάμου ένα καυτό απόγευμα στην Άγκρα, με θέα το Taj Mahal..

Και παρόλο που φορούσε μια κοτρόνα «ΝΑ» με το συμπάθιο, κόντεψε να μου βγάλει το μάτι, αυτό που έλαμπε περισσότερο πάνω της ήταν το χαμόγελο της. Χαμόγελο γεμάτο ευτυχία. Από αυτά που ξεχειλίζουν αγάπη, γαλήνη και ηρεμία.

Σκηνή «the last act of love»

Χαζεύοντας την να φεύγει περπατώντας σαν πάπια(!), πνίγηκα με τα γέλια μου από χαρά για την κολλητή μου. Ένα κορίτσι «είμαι άστατη πολύ και όπου θέλω θα πηγαίνω, μη κολλάς σε ένα φιλί σε μια αγάπη εγώ δε μένω», «κόλλησε σε ένα φιλί και σε μια αγάπη» , «έτσι ξαφνικά»!..


So come on let it go
Just let it be
Why don’t you be you
And I’ll be me…..


Και όπως όλα τα παραμύθια..
Έζησαν αυτοί καλά και εμείς..
Αναζητούμε τον Πάρη τον γοητευτικό, τον άντρα που θα γράψουμε μαζί ένα λοβ στορι, έστω και μονοσέλιδο ρε παιδί μου!

Happy end


To be continued







Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017

Το "εγώ" και η μπαλαρίνα



Με τράβηξε απότομα από το χέρι, μου έδωσε στα χέρια μια βαλίτσα με όσα πράγματα μπόρεσε να μαζέψει πρόχειρα εκείνη τη στιγμή, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, μου έδειξε τον μακρύ δρόμο που εκτεινόταν έξω από το ξύλινο σπίτι, σε ένα προάστιο του Λονδίνου και έκλεισε πίσω μου την πόρτα με τόση δύναμη που ήταν σαν να έκοψε στα δύο την σιωπή που απλωνόταν στον ορίζοντα εκείνο το χειμωνιάτικο και ήσυχο απόγευμα.

Έμεινα να στέκω αναποφάσιστη για λίγο. Ο χρόνος πάγωσε και το μυαλό μου ήταν σα να έκαιγε προσπαθώντας να πάει κόντρα στο κρύο που διαπερνούσε το σώμα μου. Οι επιλογές που είχα ήταν δύο. Να γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου, στους δικούς μου ανθρώπους, στο γνώριμο ισόγειο στην οδό Πριγκιπονήσων, απέναντι από τα δικαστήρια σχεδόν, μέσα στην καρδιά της Αθήνας. Η άλλη, να περπατήσω ως την πλησιέστερη στάση, να περιμένω το λεωφορείο που θα με πήγαινε στην πόλη, να μπω σε ένα γραφείο εύρεσης κατοικιών και με τους πρώτους μου μισθούς να νοικιάσω ένα δωμάτιο 25τ.μ. για να κάνω τη δική μου αρχή.

Ο λόγος που ο Φώτης μου άνοιξε την πόρτα εκείνο το απόγευμα και με άφησε να διαλέξω τον δρόμο προς την δική μου ελευθερία, ήταν γιατί μετά από μήνες συγκατοίκησης σε μια ξένη χώρα, συνειδητοποίησα ότι τα όνειρα μου δεν κλείνονται σε ένα κουτάκι από τέσσερις τοίχους, που για χάρη του «μαζί», θα άντεχα να αφήνω το «εγώ» μου να κλαίει παραμελημένο, να καταπιέζεται και να πάψει να ονειρεύεται. Το δικό μου «εγώ» φορούσε πάντα ροζ κορμάκι μπαλέτου, με αφράτο φραμπαλά, είχε μακριά καλλίγραμμα πόδια και χόρευε ανέμελο και ελεύθερο. Τα χέρια του ζωγράφιζαν κύκλους και σύννεφα, ήλιους και καράβια, αεροπλάνα που σε πάνε σε μέρη άγνωστα, να μυρίζεις ξένα αρώματα και που τα μάτια σου δε χορταίνουν να φωτογραφίζουν παράξενα τοπία και αλλόκοτες μορφές ανθρώπων.

Το «εγώ» μου ήθελε να είναι ελεύθερο, τρελό, ξένοιαστο και ατίθασο. Δεν άντεχε να φορμάρεται πίσω από καλά σφιγμένες ποδιές για μαγείρεμα, κίτρινα πλαστικά γάντια καθαρίσματος, σφουγγαρίστρες, πλυντήρια, απλώστρες, ευθύνες, υποχρεώσεις και αγκαροδουλειές, μοναχό του. Που πήγε το «μαζί» δικέ μου? Τώρα δε σκεφτόμαστε «μαζί» για δύο? Σου ‘πε κανείς ότι μ’ αρέσει να μοιράζω εντολές γυρνώντας κουρασμένη από τη δουλειά? … «Φώτη, μάζεψε τα ρούχα. Φώτη βάλε πλυντήριο. Φώτη τάισες το γάτο? Φώτη πάλι άφησες τα παπούτσια σου στο σαλόνι?» Υπάλληλος στη δουλειά και διευθύντρια στο σπίτι? .. Μάλλον ΌΧΙ.

Παιδί χωρισμένων γονιών. Στην πράξη, όχι στους τύπους. Γιατί η γραφειοκρατία μας μάρανε. Ξέρεις τι θα πει να ζεις κάθε μέρα ως παιδί, τη γκρίνια και τους τσακωμούς για τα «πνιγμένα και καταπιεσμένα εγώ» της μάνας και του πατέρα σου? Ξέρεις τι θα πει να ακούς για έρωτες που έγιναν ένα πρωί δύο ξέχωρες «μονάδες»? Για «μπαλαρίνες» που τους «πάτησαν» κατά λάθος στο χορό του Ισαϊα τον τούλινο τους φραμπαλά και για να μη φανεί ο κώλος τους τις τύλιξαν πρόχειρα με μια ποδιά κουζίνας? Και μετά, για να ‘ναι πιο ταιριαστό το σύνολο του γάμου ή της γαμΩ-συμβίωσης (όπως θες βάφτισε το) τους φόρεσαν και κίτρινα γαντάκια καθαριότητας?

«Νοικοκυρούλα χαρωπή είναι η μικρή Μαρίτσα..» Αυτό τραγουδούσε ανέμελη η αδερφή μου στο δημοτικό, λόγια από ένα θεατρικό της Α’ δημοτικού. Που να΄ ξέρε τότε πως είναι η νοικοκυρούλα η Μαρίτσα της διπλανής πόρτας και κατά πόσο ήταν χαρωπή.

(…)

Και καθώς ο χρόνος άρχισε πάλι να «ρέει» μέσα μου, ένιωσα το αίμα μου να βράζει. Κοίταξα την πόρτα πίσω μου που πριν από λίγο είχε κλείσει νευριασμένα, πήρα μια βαθιά ανάσα, αφήνοντας τον παγωμένο αέρα να μπει στα πνευμόνια μου, έσφιξα τις γροθιές μου και αποφάσισα να πάρω το λεωφορείο προς την καρδιά του Λονδίνου.

Έβαλα στα αυτιά μου τα ακουστικά του αγαπημένου μου MP3 player, που είχα από τα φοιτητικά μου χρόνια, πάτησα την ένταση να πάει στο τέρμα, και άρχισα να μουρμουράω τους στοίχους του τραγουδιού.. 

“Whatever happened to you…”. Και όπως έφτανα στη στάση, αναρωτήθηκα τι άραγε να μου είχε συμβεί για να αφήσω το «εγώ» μου ξεχασμένο στα αποδυτήρια, όταν τα πουέντ μου με περίμεναν για να χορέψουμε έναν ακόμη «τελευταίο χορό» στη μεγάλη σκηνή…

Αν το «εγώ» σου θέλει να χορέψει, θέλει να πετάξει, να τρέξει, να ζωγραφίσει, να εκφραστεί, να κλάψει, να γελάσει, να θυμώσει… Μη το καταπιέσεις ΠΟΤΕ για μια «ποδιά» αν ο σύντροφος σου δεν μπορεί να δει με τα «δικά σου μάτια».

Τι σου συνέβη μικρή μου μπαλαρίνα? …

Χόρεψε λοιπόν…

Ελεύθερη…

Και μόνη…






Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017

El amor





30 Ιουνίου 2017.

Παρασκευή απόγευμα.

5.38 μ.μ.

44ο C.

Τα παράθυρα όλα ανοιχτά, στο αμάξι. Στο δρόμο για το σπίτι.

Μια εκκωφαντική  ηρεμία στους δρόμους. Λες και η πόλη αφουγκράζεται τον καύσωνα και μπροστά του σιωπά.

Το αυτοκίνητο να τρέχει και ο καυτός αέρας να στεγνώνει τα μάτια μου. Να καίει τα μάγουλα μου και να βαραίνει την αναπνοή μου.

Δυνάμωσα το ράδιο ακούγοντας αυτό το τραγούδι . . .

Τα πλήκτρα του πιάνου. Να χορεύουν με τη φωνή. Πότε σόλο, πότε μαζί.

Αρμονία.

Αυτή να αναζητάτε στην καθημερινότητα. Να σφίγγετε στις χούφτες σας τα δάχτυλα που ξέρουν πώς να «αγγίξουν» μαγικά τις χορδές της καρδιάς σας για να βγάλουν μελωδίες αρμονικές.

Ηρεμία.

Να είστε σε μέρη που οι παρουσίες των ανθρώπων τριγύρω σας γαληνεύουν την ψυχή σας. Που μέσα στον θόρυβο και την παράνοια της πόλης ηρεμούν τη σκέψη σας. Χαλιναγωγούν τους φόβους σας και τιθασεύουν τις αδυναμίες σας.

Παλμός.

Να «υπάρχετε» σε στιγμές που δίνουν τον επόμενο «χτύπο» της ζωής σας.

Ρυθμός.

Σας έκανε ποτέ κανείς να θέλετε να χορέψετε μαζί του? Ένα βήμα μπροστά. Ένα δεξιά. Πίσω ένα. Και άλλο ένα.. Και άλλο. Και μετά αριστερά. Και πάλι από την αρχή. Σε ένα αργεντίνικο τάνγκο. Με ρυθμό, παλμό, που τα σώματα σας θα αγγίζουν το ένα τ’ άλλο αρμονικά και θα εμπνέουν μια ηρεμία και μια φλόγα παράλληλα, που θέλει να κάψει τα πάντα στο πέρασμα της.

…

Και ενώ τα πλήκτρα του τραγουδιού «χόρευαν» στο ρυθμό, έκλεισα για μια στιγμή τα βλέφαρα μου και μύρισα τη θάλασσα και την αλμύρα της και μετά γεύτηκα το λευκό κρασί που πίναμε αφήνοντας τα μάτια μας να χαθούν στο άπειρο γαλάζιο της.

…

Να στέκεστε μακριά από «δυσαρμονικές παραφωνίες» που γεμίζουν φάλτσα και θόρυβο τα αυτιά σας.

Η μικρή ζωή μας θέλει σωστό ρυθμό, συνεχή παλμό, «ήρεμα λιμάνια», ρίσκο, ενθουσιασμό και τρέλα. Από αυτή την τρέλα που δίνει τη σπίθα για να χορέψεις στο ξαφνικό, να τραγουδήσεις δυνατά μια άγνωστη μελωδία, να δακρύσεις μπροστά στο απροσδόκητο και να γελάσεις μπροστά στην «ευτυχία».

…

Δυνάμωσα το ράδιο, προσπάθησα να γεμίσω τα πνευμόνια μου αέρα, χτύπησα τα δάχτυλα μου ρυθμικά πάνω στο τιμόνι, αναπόλησα πόσους άρρυθμους χορούς μπορεί να είχα χορέψει ως τώρα, στη ζωή μου, μέχρι να μάθω τα σωστά βήματα, στον σωστό ρυθμό, χαμογέλασα πονηρά και άφησα τη μελωδία να με παρασύρει..


Cheers!